στο λεξικό PONS
I. Aus·sie [ˈɒzi, αμερικ ˈɑ:zi] οικ ΟΥΣ
II. Aus·sie [ˈɒzi, αμερικ ˈɑ:zi] οικ ΕΠΊΘ αμετάβλ
I. mes·sage [ˈmesɪʤ] ΟΥΣ
1. message (communication):
2. message (theme):
I. mas·sage [ˈmæsɑ:(d)ʒ, αμερικ məˈs-] ΟΥΣ
1. massage no pl (for body):
II. mas·sage [ˈmæsɑ:(d)ʒ, αμερικ məˈs-] ΡΉΜΑ μεταβ
off-ˈmes·sage ΕΠΊΘ
off-message statement:
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
mercantile usage ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
usage ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
-
- Verwendung θηλ
in accordance with usage phrase ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Degussa clause ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
limit usage ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
air-passage ΟΥΣ
alternative exon usage ΟΥΣ
sensory message
fish pass, fish passage, fish ladder ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
changeable message sign ΥΠΟΔΟΜΉ
preferred passage time
passage detector ΥΠΟΔΟΜΉ
variable message sign ΥΠΟΔΟΜΉ
Ορολογία μηχατρονικής της Klett
| I | message |
|---|---|
| you | message |
| he/she/it | messages |
| we | message |
| you | message |
| they | message |
| I | messaged |
|---|---|
| you | messaged |
| he/she/it | messaged |
| we | messaged |
| you | messaged |
| they | messaged |
| I | have | messaged |
|---|---|---|
| you | have | messaged |
| he/she/it | has | messaged |
| we | have | messaged |
| you | have | messaged |
| they | have | messaged |
| I | had | messaged |
|---|---|---|
| you | had | messaged |
| he/she/it | had | messaged |
| we | had | messaged |
| you | had | messaged |
| they | had | messaged |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.