στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia
acting profession [ˌæktɪŋprəˈfeʃn] ΟΥΣ
1. acting profession (occupation):
2. acting profession (actors collectively):
-
- attori αρσ πλ
ACT ΟΥΣ
ACT (in US) ΠΑΝΕΠ → American College Test
I. acting [βρετ ˈaktɪŋ, αμερικ ˈæktɪŋ] ΟΥΣ
I. act [βρετ akt, αμερικ ækt] ΟΥΣ
1. act (action, deed):
2. act ΝΟΜ (law):
4. act (entertainment routine):
II. act [βρετ akt, αμερικ ækt] ΡΉΜΑ μεταβ ΘΈΑΤ
III. act [βρετ akt, αμερικ ækt] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. act (take action):
2. act (behave):
3. act ΘΈΑΤ:
profession [βρετ prəˈfɛʃ(ə)n, αμερικ prəˈfɛʃən] ΟΥΣ
1. profession (occupation):
2. profession (group):
3. profession (statement):
στο λεξικό PONS
I. act [ækt] ΟΥΣ
1. act (action):
ιδιωτισμοί:
II. act [ækt] ΡΉΜΑ αμετάβ
II. acting [ˈæk·tɪŋ] ΟΥΣ ΘΈΑΤ
-
- recitazione θηλ
profession [prə·ˈfe·ʃən] ΟΥΣ
1. profession (occupation):
2. profession (declaration):
| I | act |
|---|---|
| you | act |
| he/she/it | acts |
| we | act |
| you | act |
| they | act |
| I | acted |
|---|---|
| you | acted |
| he/she/it | acted |
| we | acted |
| you | acted |
| they | acted |
| I | have | acted |
|---|---|---|
| you | have | acted |
| he/she/it | has | acted |
| we | have | acted |
| you | have | acted |
| they | have | acted |
| I | had | acted |
|---|---|---|
| you | had | acted |
| he/she/it | had | acted |
| we | had | acted |
| you | had | acted |
| they | had | acted |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)
Αναζήτηση στο λεξικό
- acrophobia
- acropolis
- across
- across-the-board
- acrostic
- acting profession
- actinia
- actinic
- actinism
- actinium
- action