Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lavviso
plante alpestre

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

rock plant ΟΥΣ

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

I. plant [βρετ plɑːnt, αμερικ plænt] ΟΥΣ

1. plant ΒΟΤ:

plante θηλ
plant αρσ
tobacco/flowering plant προσδιορ disease, reproduction
tobacco/flowering plant biologist, geneticist

2. plant:

usine θηλ
centrale θηλ
aciérie θηλ

3. plant U:

installations θηλ πλ
matériel αρσ

4. plant:

taupe θηλ οικ
faux indice αρσ

II. plant [βρετ plɑːnt, αμερικ plænt] ΡΉΜΑ μεταβ

1. plant (put to grow):

plant seed, bulb, tree
plant crop

2. plant (illicitly put in place):

plant bomb, explosive, tape recorder, spy

3. plant:

4. plant (start, engender):

plant idea
plant doubt

III. plant [βρετ plɑːnt, αμερικ plænt] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

I. rock [βρετ rɒk, αμερικ rɑk] ΟΥΣ

1. rock U (substance):

roche θηλ

2. rock C (boulder):

rocher αρσ
on the rocks κυριολ ΝΑΥΣ
on the rocks drink:
to be on the rocks μτφ marriage:

3. rock (stone):

pierre θηλ

4. rock (Mus):

rock αρσ
rock προσδιορ band, concert, musician
rock industry
rock αρσ

5. rock βρετ (sweet):

sucre αρσ d'orge

6. rock (diamond) οικ:

rock gén πλ
diam αρσ οικ
rock gén πλ
diamant αρσ

7. rock (crack):

rock οικ
caillou αρσ οικ
rock οικ
crack αρσ

II. rocks ΟΥΣ (testicles)

rocks ουσ πλ χυδ, αργκ
couilles χυδ, αργκ
θηλ πλ to get one's rocks off

III. rock [βρετ rɒk, αμερικ rɑk] ΡΉΜΑ μεταβ

1. rock (move gently):

rock cradle
rock baby, boat

2. rock (shake):

rock tremor, bomb: town
rock scandal, revelation: party, government
rock waves: vessel

IV. rock [βρετ rɒk, αμερικ rɑk] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. rock (sway):

rock person, cradle:

2. rock (shake):

rock earth, ground, building:

3. rock (dance):

V. rock [βρετ rɒk, αμερικ rɑk]

στο λεξικό PONS

rock plant ΟΥΣ ΒΟΤ

στο λεξικό PONS

I. plant [plɑ:nt, αμερικ plænt] ΟΥΣ

1. plant ΒΙΟΛ:

plante θηλ

2. plant (factory):

usine θηλ

3. plant no πλ (machinery for companies):

4. plant (informer):

taupe θηλ

5. plant ενικ (object placed to mislead):

II. plant [plɑ:nt, αμερικ plænt] ΡΉΜΑ μεταβ a. μτφ

plant a bomb
plant spy
plant colony, idea

rock1 [rɒk, αμερικ rɑ:k] ΟΥΣ

1. rock (substance):

roche θηλ

2. rock (stone):

rocher αρσ

3. rock αμερικ, αυστραλ (lump of stone):

pierre θηλ

4. rock no πλ (solid sweet):

sucre αρσ d'orge

ιδιωτισμοί:

I. rock2 [rɒk, αμερικ rɑ:k] ΡΉΜΑ μεταβ

1. rock (swing):

rock a baby

2. rock (shake):

rock person, house

ιδιωτισμοί:

to rock the boat οικ

II. rock2 [rɒk, αμερικ rɑ:k] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. rock (undulate):

2. rock (dance):

III. rock2 [rɒk, αμερικ rɑ:k] ΟΥΣ ΜΟΥΣ

rock αρσ
στο λεξικό PONS

rock plant ΟΥΣ ΒΟΤ

στο λεξικό PONS

I. plant [plænt] ΟΥΣ

1. plant ΒΙΟΛ:

plante θηλ

2. plant (factory):

usine θηλ

3. plant (machinery for companies):

4. plant (informer):

taupe θηλ

5. plant ενικ (object placed to mislead):

II. plant [plænt] ΡΉΜΑ μεταβ a. μτφ

plant bomb
plant spy
plant colony, idea

rock1 [rak] ΟΥΣ

1. rock (substance):

roche θηλ

2. rock:

rocher αρσ
pierre θηλ

3. rock μτφ οικ (diamond):

diam αρσ

ιδιωτισμοί:

I. rock2 [rak] ΡΉΜΑ μεταβ

1. rock (swing):

rock a baby

2. rock (shake):

rock person, house

ιδιωτισμοί:

to rock the boat αργκ

II. rock2 [rak] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. rock (sway):

2. rock (dance):

III. rock2 [rak] ΟΥΣ ΜΟΥΣ

rock αρσ
Present
Iplant
youplant
he/she/itplants
weplant
youplant
theyplant
Past
Iplanted
youplanted
he/she/itplanted
weplanted
youplanted
theyplanted
Present Perfect
Ihaveplanted
youhaveplanted
he/she/ithasplanted
wehaveplanted
youhaveplanted
theyhaveplanted
Past Perfect
Ihadplanted
youhadplanted
he/she/ithadplanted
wehadplanted
youhadplanted
theyhadplanted

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

It is a rock plant growing on heaths and moors at a high elevation in rocky districts, coastal cliffs, quarries and natural escarpments where the soil is thin.
en.wikipedia.org
I began with rock plants at the early age of 10.
www.ft.com
Recently however, a co-worker decided to upstage me by getting an impressive rock plant to put on her desk.
www.techly.com.au
These consisted of little rock pots filled with drought-tolerant plants, such as sedums, cacti, alpine and rock plants.
blogs.vancouversun.com
Buy a collection of alpines and rock plants that will provide interest over the longest possible period - you should find a good choice available in early spring.
www.express.co.uk