Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Relig
Relig

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

relou [ʀəlu] ΕΠΊΘ αμετάβλ (verlan pour lourd)

relou οικ
relou οικ
relou οικ

I. relax [ʀəlaks] οικ ΕΠΊΘ αμετάβλ

laid-back οικ
relax tenue

II. relax [ʀəlaks] οικ ΕΠΙΦΏΝ

take it easy! οικ

rel|ieur (relieuse) [ʀəljœʀ, øz] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

relieur (relieuse)

relier [ʀəlje] ΡΉΜΑ μεταβ

1. relier (réunir):

relier personnes, objets, piquets
to link up, to link [sb/sth] together (à to)
relier points
to join up (à to)
relier appareils électriques
to connect (à to, par with)

2. relier (faire communiquer):

relier ville, personne, organisme
to link (à to)
relier lieux, berges

3. relier (rassembler):

relier idées, faits
to link (à to, with)
relier mots, propositions
to link together (par with)

4. relier ΤΥΠΟΓΡ:

5. relier ΤΕΧΝΟΛ:

relier tonneau

reliure [ʀəljyʀ] ΟΥΣ θηλ

1. reliure (couverture):

2. reliure (métier, action):

relique [ʀ(ə)lik] ΟΥΣ θηλ ΘΡΗΣΚ

relique μτφ

demi-reliure <πλ demi-reliures> [d(ə)miʀəljyʀ] ΟΥΣ θηλ

bas-relief <πλ bas-reliefs> [bɑʀəljɛf] ΟΥΣ αρσ

haut-relief <πλ hauts-reliefs> [ˈoʀəljɛf] ΟΥΣ αρσ

haut-relief ΑΡΧΙΤ, ΤΈΧΝΗ

plan-relief <πλ plans-reliefs> [plɑ̃ʀəljɛf] ΟΥΣ αρσ

στο λεξικό PONS

relax [ʀəlaks] ΕΠΊΘ αμετάβλ οικ

relier [ʀəlje] ΡΉΜΑ μεταβ

1. relier (réunir):

relier personnes, choses

2. relier ΓΛΩΣΣ:

relier préposition

3. relier ΤΕΧΝΟΛ:

relier livre

reliure [ʀəljyʀ] ΟΥΣ θηλ

relique [ʀəlik] ΟΥΣ θηλ ΘΡΗΣΚ, ΒΙΟΛ

bas-relief <bas-reliefs> [bɑʀəljɛf] ΟΥΣ αρσ

relief [ʀəljɛf] ΟΥΣ αρσ

1. relief ΓΕΩ, ΤΈΧΝΗ, ΑΡΧΙΤ:

2. relief (saillie):

ιδιωτισμοί:

relieur (-euse) [ʀəljœʀ, -jøz] ΟΥΣ αρσ, θηλ

relieur (-euse)

I. relire [ʀ(ə)liʀ] ανώμ ΡΉΜΑ μεταβ

II. relire [ʀ(ə)liʀ] ανώμ ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

ligue [lig] ΟΥΣ θηλ

Ligue [lig] ΟΥΣ θηλ

στο λεξικό PONS

relax [ʀəlaks] ΕΠΊΘ αμετάβλ οικ

bas-relief <bas-reliefs> [bɑʀəljɛf] ΟΥΣ αρσ

relier [ʀəlje] ΡΉΜΑ μεταβ

1. relier (réunir):

relier personnes, choses

2. relier ΓΛΩΣΣ:

relier préposition

3. relier ΤΕΧΝΟΛ:

relier livre

relief [ʀəljɛf] ΟΥΣ αρσ

1. relief ΓΕΩ, ΤΈΧΝΗ, ΑΡΧΙΤ:

2. relief (saillie):

ιδιωτισμοί:

reliure [ʀəljyʀ] ΟΥΣ θηλ

relique [ʀəlik] ΟΥΣ θηλ ΘΡΗΣΚ, ΒΙΟΛ

relieur (-euse) [ʀəljœʀ, -jøz] ΟΥΣ αρσ, θηλ

relieur (-euse)

I. relire [ʀ(ə)liʀ] ανώμ ΡΉΜΑ μεταβ

II. relire [ʀ(ə)liʀ] ανώμ ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

relire se relire:

Ligue [lig] ΟΥΣ θηλ

ligne [liɲ] ΟΥΣ θηλ

1. ligne (trait, limite réelle, forme) a. ΣΙΔΗΡ, ΗΛΕΚ, ΤΗΛ:

être en ligne ΤΗΛ
être en ligne inform
gardez la ligne! καναδ γαλλ (ne quittez pas)

2. ligne (limite imaginaire):

3. ligne (suite de mots) a. inform:

4. ligne sans πλ (silhouette):

5. ligne (ensemble de produits cosmétiques):

6. ligne (point):

7. ligne (direction):

8. ligne (à la pêche):

9. ligne (rangée) a. ΣΤΡΑΤ:

10. ligne (filiation):

11. ligne Βέλγ:

ιδιωτισμοί:

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

section de la ligne d'aspiration

ligne d'injection complémentaire

section idéale de la ligne d'aspiration

Présent
jerelie
turelies
il/elle/onrelie
nousrelions
vousreliez
ils/ellesrelient
Imparfait
jereliais
tureliais
il/elle/onreliait
nousreliions
vousreliiez
ils/ellesreliaient
Passé simple
jereliai
turelias
il/elle/onrelia
nousreliâmes
vousreliâtes
ils/ellesrelièrent
Futur simple
jerelierai
turelieras
il/elle/onreliera
nousrelierons
vousrelierez
ils/ellesrelieront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος