Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dinfanterie
El Sueño Americano

Oxford Spanish Dictionary

The American Dream Info

Oxford Spanish Dictionary
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
Oxford Spanish Dictionary

I. dream [αμερικ drim, βρετ driːm] ΟΥΣ

1.1. dream (while sleeping):

sueño αρσ
soñar con algo/alguien
¡que sueñes con los angelitos! χιουμ

1.2. dream (daydream):

sueño αρσ
ensueño αρσ

2. dream (fantasy, ideal, aspiration):

sueño αρσ

3. dream (sth wonderful):

dream οικ
sueño αρσ

II. dream <παρελθ & μετ παρακειμ dreamed or βρετ also dreamt [dremt]> [αμερικ drim, βρετ driːm] ΡΉΜΑ αμετάβ

1.1. dream (in sleep):

to dream about or of sth/sb
soñar con algo/alguien

1.2. dream (daydream):

2.1. dream (imagine):

to dream of sth

2.2. dream (contemplate):

¿harías eso? — ¡ni pensarlo! or ¡de ninguna manera! or ¡ni en sueños!

III. dream <παρελθ & μετ παρακειμ dreamed or βρετ also dreamt [dremt]> [αμερικ drim, βρετ driːm] ΡΉΜΑ μεταβ

1. dream (in sleep):

to dream a dream λογοτεχνικό
to dream a dream λογοτεχνικό

2. dream (imagine):

dream usu αρνητ

I. American [αμερικ əˈmɛrəkən, βρετ əˈmɛrɪk(ə)n] The American Dream ΕΠΊΘ

1. American (of USA):

2. American (of continent):

II. American [αμερικ əˈmɛrəkən, βρετ əˈmɛrɪk(ə)n] The American Dream ΟΥΣ

1. American C (from USA):

estadounidense αρσ θηλ
americano αρσ / americana θηλ

2. American C (from continent):

americano αρσ / americana θηλ

3. American U (American English):

American οικ

The American Dream Info

I. the ΟΡΙΣΤΙΚΌ ΆΡΘ [αμερικ ði, ðə, βρετ ðə, ðɪ, ðiː]

1. the:

the ενικ
the ενικ
the pl
the pl

2. the (used for emphasis):

3.1. the (with names):

3.2. the (in generic use):

3.3. the (in abstractions, generalizations) + ενικ ρήμα:

4. the (per):

5. the (used instead of possessive pron) οικ:

the ενικ
the ενικ
the pl
the pl
¿qué tal la familia? οικ

II. the ΕΠΊΡΡ + συγκρ [αμερικ ði, ðə, βρετ ðə, ðɪ, ðiː]

1. the as σύνδ:

2. the in comparisons:

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. dream [dri:m] dreamt <[or dreamed], dreamt [or dreamed]> dreamt <[or dreamed], dreamt [or dreamed]> ΟΥΣ

1. dream:

sueño αρσ

2. dream:

ensueño αρσ
ilusión θηλ

II. dream [dri:m] dreamt <[or dreamed], dreamt [or dreamed]> dreamt <[or dreamed], dreamt [or dreamed]> ΡΉΜΑ αμετάβ

dream on! οικ

III. dream [dri:m] dreamt <[or dreamed], dreamt [or dreamed]> dreamt <[or dreamed], dreamt [or dreamed]> ΡΉΜΑ μεταβ

nunca se me había ocurrido que... +condicional

IV. dream [dri:m] dreamt <[or dreamed], dreamt [or dreamed]> dreamt <[or dreamed], dreamt [or dreamed]> ΕΠΊΘ

I. American [əˈmerɪkən] ΟΥΣ

1. American (person from USA):

estadounidense αρσ θηλ
americano(-a) αρσ (θηλ)

2. American (person from American continent):

americano(-a) αρσ (θηλ)

3. American ΓΛΩΣΣ:

II. American [əˈmerɪkən] ΕΠΊΘ

I. the [ðə, stressed, before vowel ði:] οριστ άρθ

el αρσ
la θηλ
los αρσ πλ
las θηλ πλ

II. the [ðə, stressed, before vowel ði:] ΕΠΊΡΡ (in comparison)

στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. dream [drim] ΟΥΣ

1. dream:

sueño αρσ

2. dream:

ensueño αρσ
ilusión θηλ
in your dreams! οικ

II. dream <dreamed [or dreamt] , dreamed [or dreamt]> [drim] ΡΉΜΑ αμετάβ

dream on! οικ

III. dream <dreamed [or dreamt] , dreamed [or dreamt]> [drim] ΡΉΜΑ μεταβ

nunca se me había ocurrido que... +condicional

IV. dream [drim] ΕΠΊΘ

I. American ·ˈmer·ɪ·kən] ΟΥΣ

1. American (person from USA):

estadounidense αρσ θηλ
americano(-a) αρσ (θηλ)

2. American (person from American continent):

americano(-a) αρσ (θηλ)

3. American ΓΛΩΣΣ:

II. American ·ˈmer·ɪ·kən] ΕΠΊΘ

I. the [ðə, stressed, before vowel ði] οριστ άρθ

el αρσ
la θηλ
los αρσ πλ
las θηλ πλ

II. the [ðə, stressed, before vowel ði] ΕΠΊΡΡ (in comparison)

Present
Idream
youdream
he/she/itdreams
wedream
youdream
theydream
Past
Idreamed / dreamt
youdreamed / dreamt
he/she/itdreamed / dreamt
wedreamed / dreamt
youdreamed / dreamt
theydreamed / dreamt
Present Perfect
Ihavedreamed / dreamt
youhavedreamed / dreamt
he/she/ithasdreamed / dreamt
wehavedreamed / dreamt
youhavedreamed / dreamt
theyhavedreamed / dreamt
Past Perfect
Ihaddreamed / dreamt
youhaddreamed / dreamt
he/she/ithaddreamed / dreamt
wehaddreamed / dreamt
youhaddreamed / dreamt
theyhaddreamed / dreamt

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος