στο λεξικό PONS
sus·tained [səˈsteɪnd] ΕΠΊΘ
1. sustained (long-lasting):
2. sustained (determined):
sus·tain [səˈsteɪn] ΡΉΜΑ μεταβ
1. sustain τυπικ (suffer):
2. sustain (maintain):
3. sustain (keep alive):
4. sustain (support emotionally):
-
- jdn unterstützen
-
- jdm [unterstützend] helfen
5. sustain αμερικ ΝΟΜ (uphold):
7. sustain Η/Υ:
I. in·vest·ment [ɪnˈves(t)mənt] ΟΥΣ
1. investment (act of investing):
2. investment ΧΡΗΜΑΤΟΠ (instance of investing):
3. investment ΧΡΗΜΑΤΟΠ (share):
II. in·vest·ment [ɪnˈves(t)mənt] ΟΥΣ modifier
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
investment ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
investment ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
sustained investment ΠΡΟΤΥΠΟΠ, ΑΞΙΟΛΌΓ
| I | sustain |
|---|---|
| you | sustain |
| he/she/it | sustains |
| we | sustain |
| you | sustain |
| they | sustain |
| I | sustained |
|---|---|
| you | sustained |
| he/she/it | sustained |
| we | sustained |
| you | sustained |
| they | sustained |
| I | have | sustained |
|---|---|---|
| you | have | sustained |
| he/she/it | has | sustained |
| we | have | sustained |
| you | have | sustained |
| they | have | sustained |
| I | had | sustained |
|---|---|---|
| you | had | sustained |
| he/she/it | had | sustained |
| we | had | sustained |
| you | had | sustained |
| they | had | sustained |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.