Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

staat
Tabelle

στο λεξικό PONS

ˈleague stand·ings ΟΥΣ

league standings πλ αμερικ:

league standings
Tabelle θηλ <-, -n>
to be at the bottom/top of the league standings μτφ

I. stand·ing [ˈstændɪŋ] ΟΥΣ no pl

1. standing (status):

Status αρσ <-, Stạ·tu̱s>
Ansehen ουδ <-s>
Ruf αρσ <-(e)s> kein pl
Bonität θηλ <-, -en>

2. standing (duration):

Dauer θηλ <->

II. stand·ing [ˈstændɪŋ] ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ

1. standing (upright):

2. standing (permanent):

3. standing (stationary):

4. standing ΓΕΩΡΓ:

free-ˈstand·ing ΕΠΊΘ αμετάβλ

1. free-standing (not fixed):

2. free-standing (independent):

frei <freier, am freiesten>

fi·nan·cial ˈstand·ing ΟΥΣ no pl

Kreditfähigkeit θηλ <-> kein pl

ˈstand·ing room ΟΥΣ no pl

Stehplatz αρσ <-es, -plätze>

stand·ing ˈor·der ΟΥΣ

1. standing order esp βρετ (for money):

Dauerauftrag αρσ <-(e)s, -träge>

2. standing order (for goods):

Vorbestellung θηλ <-, -en>
Abonnement ουδ <-s, -s>

3. standing order (rules):

Geschäftsordnung θηλ <-, -en>

stand·ing ˈstone ΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΛ

Hinkelstein αρσ <-(e)s, -e>

stand·ing com·ˈmit·tee ΟΥΣ + ενικ/pl ρήμα

stand·ing ˈO ΟΥΣ αμερικ

standing O ΜΟΥΣ, ΘΈΑΤ συντομογραφία: standing ovation

stand·ing oˈva·tion ΟΥΣ

stand·ing ˈarmy ΟΥΣ + ενικ/pl ρήμα

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

standing ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Bonität θηλ
Standing ουδ

credit standing ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Bonität θηλ

standing line ΟΥΣ IT

standing order ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

financial standing ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

standing facility ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

standing committee ΟΥΣ ΤΜΉΜ

Standing Interpretations Committee ΟΥΣ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ

SIC ουδ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

standing water ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

standing capacity ΔΗΜ ΣΥΓΚ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The common people might get vicarious pleasure from the main characters who get over the difference of social standings and punish the greedy lord.
en.wikipedia.org
The draft order is determined based on the previous season's standings, with the team possessing the worst record receiving the first pick.
en.wikipedia.org
Ambient's devices focus on information of interest to the local (or larger) area, such as weather and stock indices, sports scores and standings, pollen count, etc.
en.wikipedia.org
Another reason for the rally is the window dressing of stock holdings by institutional investors to improve investment portfolio standings.
business.inquirer.net
The following season he finished 17th in the world cup standings with 411 points.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "standings" σε άλλες γλώσσες