Γαλλικά » Γερμανικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: forfait , foret , fortuit , forint , forcir , forcer , forçat , forain , forex , forte , forme , forge , forêt , forer και force

forfait2 [fɔʀfɛ] ΟΥΣ αρσ ΑΘΛ

fortuit(e) [fɔʀtɥi, it] ΕΠΊΘ

foret [fɔʀɛ] ΟΥΣ αρσ

force1 [fɔʀs] ΟΥΣ θηλ

2. force (courage):

Kraft θηλ

3. force (niveau intellectuel):

Geistesgabe θηλ

5. force συνήθ πλ (ensemble de personnes):

Kräftespiel ουδ
Wähler-/Finanzpotenzial ουδ

6. force συνήθ πλ (potentiel):

12. force ΤΕΧΝΟΛ:

Stabilität θηλ

13. force (puissance, efficacité):

Wirkungskraft θηλ

15. force ΧΗΜ:

Stärke θηλ

16. force sans πλ (électricité):

forge [fɔʀʒ] ΟΥΣ θηλ

1. forge (fourneau):

Schmiedeofen αρσ

2. forge (atelier):

Schmiede θηλ

3. forge πλ (usine):

Hütte[nwerk ουδ ] θηλ

forme [fɔʀm] ΟΥΣ θηλ

2. forme (apparence):

Gestalt θηλ
in [der] Gestalt einer S. γεν

3. forme (silhouette):

Gestalt θηλ

4. forme πλ (galbe du corps):

7. forme πλ (bienséance):

8. forme ΤΈΧΝΗ, ΛΟΓΟΤ, ΜΟΥΣ:

[Ausdrucks]form θηλ

9. forme ΓΛΩΣΣ:

Form θηλ
Befehls-/Verlaufsform

II . forme [fɔʀm] (moule)

Hutform θηλ

I . forte [fɔʀt] ΟΥΣ θηλ (personne)

Starke θηλ

II . forte [fɔʀt] ΕΠΊΡΡ ΜΟΥΣ

I . forain(e) [fɔʀɛ͂, ɛn] ΕΠΊΘ

II . forain(e) [fɔʀɛ͂, ɛn] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

forain(e)
Schausteller(in) αρσ (θηλ)

forçat [fɔʀsa] ΟΥΣ αρσ

2. forçat (condamné aux galères):

II . forcer [fɔʀse] ΡΉΜΑ αμετάβ

2. forcer (agir avec force):

4. forcer (supporter un effort excessif) moteur:

III . forcer [fɔʀse] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

se forcer à qc
sich zu etw δοτ zwingen
se forcer à [ou pour] [ou de λογοτεχνικό] faire qc
sich αιτ zwingen, etw zu tun

forcir [fɔʀsiʀ] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. forcir:

2. forcir (grossir):

forint [fɔʀint] ΟΥΣ αρσ

Forint αρσ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina