Γαλλικά » Γερμανικά

frappe [fʀap] ΟΥΣ f

1. frappe:

3. frappe (pression exercée sur une touche):

4. frappe (exemplaire dactylographié):

5. frappe péj fam (voyou):

Halunke m fam

frappé(e) [fʀape] ΕΠΊΘ

2. frappé (touché, concerné):

frappé(e)

4. frappé fam (fou):

frappé(e)
bekloppt fam
frappé(e)

III . frapper [fʀape] ΡΉΜΑ αυτο

1. frapper (se donner des coups):

2. frapper fam (s'inquiéter):

frapper

frapper → faire une tête

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文