Γερμανικά » Γαλλικά

I . gezwungen [gəˈtsvʊŋən] ΡΉΜΑ

gezwungen PP von zwingen

II . gezwungen [gəˈtsvʊŋən] ΕΠΊΘ

III . gezwungen [gəˈtsvʊŋən] ΕΠΊΡ

Zwinge <-, -n> [ˈtsvɪŋə] ΟΥΣ f

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文