Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

déconomie
economy

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

I. économie [ekɔnɔmi] ΟΥΣ θηλ

1. économie (de pays, région):

2. économie (discipline):

economics + ρήμα ενικ

3. économie (somme économisée):

to save 20 euros on sth
faire l'économie de repas, voyage

4. économie (action d'économiser):

5. économie (sobriété):

II. économies ΟΥΣ θηλ πλ

économies θηλ πλ:

III. économie [ekɔnɔmi]

IV. économie [ekɔnɔmi]

every penny counts βρετ

chandelle [ʃɑ̃dɛl] ΟΥΣ θηλ

1. chandelle (bougie):

2. chandelle ΑΘΛ:

3. chandelle ΑΕΡΟ:

4. chandelle (jeu):

5. chandelle (morve):

chandelle αργκ
trickle of snot οικ

ιδιωτισμοί:

bibliothéconomie [biblijɔtekɔnɔmi] ΟΥΣ θηλ

microéconomie [mikʀoekɔnɔmi] ΟΥΣ θηλ

microeconomics + ρήμα ενικ

macroéconomie [makʀoekɔnɔmi] ΟΥΣ θηλ

macroeconomics + ρήμα ενικ

netéconomie [nɛtekɔnɔmi] ΟΥΣ θηλ

socio-économique <πλ socio-économiques>, socioéconomique <πλ socioéconomiques> [sɔsjoekɔnɔmik] ΕΠΊΘ

I. économe [ekɔnɔm] ΕΠΊΘ

II. économe [ekɔnɔm] ΟΥΣ αρσ θηλ

III. économe [ekɔnɔm] ΟΥΣ αρσ ΜΑΓΕΙΡ

autonomie [otɔnɔmi] ΟΥΣ θηλ

1. autonomie:

autonomie ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ, ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΦΙΛΟΣ, ΠΟΛΙΤ

2. autonomie:

autonomie ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡ, ΑΕΡΟ

ιδιωτισμοί:

autonomie de marche ΤΕΧΝΟΛ

taxonomie [taksɔnɔmi] ΟΥΣ θηλ

taxonomie → taxinomie

taxinomie [taksinɔmi] ΟΥΣ θηλ

agronomie [aɡʀɔnɔmi] ΟΥΣ θηλ

στο λεξικό PONS

déconfit(e) [dekɔ̃fi, it] ΕΠΊΘ

économie [ekɔnɔmi] ΟΥΣ θηλ

1. économie (vie économique):

2. économie (science):

3. économie (gain):

4. économie πλ (épargne):

ιδιωτισμοί:

socio-économique <socio-économiques> [sɔsjoekɔnɔmik] ΕΠΊΘ

I. économiser [ekɔnɔmize] ΡΉΜΑ αμετάβ

II. économiser [ekɔnɔmize] ΡΉΜΑ μεταβ

to save petrol βρετ
to save gas αμερικ

économe [ekɔnɔm] ΕΠΊΘ

agronomie [agʀɔnɔmi] ΟΥΣ θηλ

agronomics + ρήμα ενικ

autonomie [otonomi] ΟΥΣ θηλ

autonomie d'une personne
autonomie financière d'une administration
autonomie financière d'une entreprise

Union économique [ynjɔ̃ ekɔnɔmik] ΟΥΣ θηλ

Comité économique et social ΟΥΣ αρσ

Καταχώριση OpenDict

économie ΟΥΣ

économie de partage θηλ ΟΙΚΟΝ
στο λεξικό PONS

déconfit(e) [deko͂fi, it] ΕΠΊΘ

économie [ekɔnɔmi] ΟΥΣ θηλ

1. économie (vie économique):

2. économie (science):

3. économie (gain):

4. économie πλ (épargne):

ιδιωτισμοί:

socio-économique <socio-économiques> [sɔsjoekɔnɔmik] ΕΠΊΘ

I. économiser [ekɔnɔmize] ΡΉΜΑ αμετάβ

II. économiser [ekɔnɔmize] ΡΉΜΑ μεταβ

économe [ekɔnɔm] ΕΠΊΘ

agronomie [agʀɔnɔmi] ΟΥΣ θηλ

agronomics + ρήμα ενικ

autonomie [otonomi] ΟΥΣ θηλ

1. autonomie:

autonomie d'une personne
autonomie financière d'une administration
autonomie financière d'une entreprise

2. autonomie ΤΕΧΝΟΛ:

économiste [ekɔnɔmist] ΟΥΣ αρσ θηλ

économique [ekɔnɔmik] ΕΠΊΘ

1. économique (bon marché):

2. économique (qui a rapport à l'économie):

Comité économique et social ΟΥΣ αρσ

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

système de clapets Economy

Présent
j'économise
tuéconomises
il/elle/onéconomise
nouséconomisons
vouséconomisez
ils/elleséconomisent
Imparfait
j'économisais
tuéconomisais
il/elle/onéconomisait
nouséconomisions
vouséconomisiez
ils/elleséconomisaient
Passé simple
j'économisai
tuéconomisas
il/elle/onéconomisa
nouséconomisâmes
vouséconomisâtes
ils/elleséconomisèrent
Futur simple
j'économiserai
tuéconomiseras
il/elle/onéconomisera
nouséconomiserons
vouséconomiserez
ils/elleséconomiseront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος