Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Day
Wachstumsunternehmen

στο λεξικό PONS

ˈgrowth com·pa·ny ΟΥΣ

στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

growth [grəʊθ, αμερικ groʊθ] ΟΥΣ

1. growth no pl (in size):

Wachstum ουδ <-s>

2. growth no pl (increase):

Wachstum ουδ <-s>
Zunahme θηλ <-, -n>
Anstieg αρσ <-(e)s, -e>
Wachstumsrate θηλ <-, -n>
Zuwachsrate θηλ <-, -n>
Wachstumsindustrie θηλ <-, -n>

3. growth no pl of sb's character, intellect:

Entwicklung θηλ <-, -en>
Entfaltung θηλ <-, -en>
Wachstum ουδ <-s>

4. growth (of plant):

Trieb αρσ <-(e)s, -e>
Schössling αρσ <-s, -e>

5. growth no pl (whiskers):

6. growth ΙΑΤΡ:

Geschwulst θηλ <-, Ge·schwụ̈ls·te>
Wucherung θηλ <-, -en>
Tumor αρσ <-s, -Tumo̱ren>

I. com·pa·ny [ˈkʌmpəni] ΟΥΣ

1. company ΕΜΠΌΡ:

Firma θηλ <-, -men>
Unternehmen ουδ <-s, ->
Autofirma θηλ
Firmenregister αρσ <-s, ->
Handelsregister ουδ <-s, -> CH
Personengesellschaft θηλ <-, -en>
Reederei θηλ <-, -en>

2. company no pl (companionship):

Gesellschaft θηλ <-, -en>
to enjoy one's own company ειρων
gern allein [o. für sich αιτ] sein

3. company no pl (visitors):

Besuch αρσ <-(e)s, -e> kein pl

4. company ΘΈΑΤ:

Ensemble ουδ <-s, -s>

5. company ΣΤΡΑΤ:

Kompanie θηλ <-, -ni̱·en>

6. company βρετ, καναδ:

7. company βρετ (in the city of London):

Gesellschaft θηλ <-, -en>

II. com·pa·ny [ˈkʌmpəni] ΟΥΣ modifier

company (director, earnings):

Firmensitz αρσ <-es, -e>
Καταχώριση OpenDict

company ΟΥΣ

Καταχώριση OpenDict

company ΟΥΣ

company (joint-stock company) ΟΙΚΟΝ, börse ειδικ ορολ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

growth company ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

growth ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

Zuwachs αρσ

growth ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Wachstum ουδ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A growth company typically has some sort of competitive advantage (a new product, a breakthrough patent, overseas expansion) that allows it to fend off competitors.
en.wikipedia.org
The challenges of starting a high growth company as a college student are not terribly different from that of any first-time entrepreneur.
www.huffingtonpost.com
This high growth company is dedicated to creating innovative products that allow people to live healthier lives.
www.digitaljournal.com
During most of those years, it was a growth company.
www.theglobeandmail.com
Whatever the reason may be, a growth company has a special advantage in the market it serves.
www.vanguardngr.com

Αναζήτηση "growth company" σε άλλες γλώσσες