στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia
young professional [ˌjʌŋprəˈfeʃənl] ΟΥΣ
I. professional [βρετ prəˈfɛʃ(ə)n(ə)l, αμερικ prəˈfɛʃ(ə)n(ə)l] ΕΠΊΘ
1. professional (relating to an occupation):
2. professional (not amateur):
- professional footballer, dancer
-
- professional diplomat, soldier
-
- to turn professional actor, singer:
-
- to turn professional footballer, athlete:
-
- he's a professional troublemaker, gossip ειρων
-
3. professional (of high standard):
- professional attitude, work, person
-
II. professional [βρετ prəˈfɛʃ(ə)n(ə)l, αμερικ prəˈfɛʃ(ə)n(ə)l] ΟΥΣ
1. professional (not amateur):
-
- professionista αρσ θηλ
2. professional (in small ad):
I. young [βρετ jʌŋ, αμερικ jəŋ] ΕΠΊΘ (not very old)
στο λεξικό PONS
I. professional [prə·ˈfe·ʃə·nəl] ΕΠΊΘ
1. professional (related to profession):
2. professional (competent):
II. professional [prə·ˈfe·ʃə·nəl] ΟΥΣ
-
- professionista αρσ θηλ
I. young [jʌŋ] ΕΠΊΘ
1. young a. ΓΕΩ (not old):
3. young (young-seeming):
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Αναζήτηση στο λεξικό
- young girl
- youngish
- young lady
- youngling
- young-looking
- young professional
- youngster
- Young Turk
- younker
- your
- Your Excellency