Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Churches
bearbeiten

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. ma·chine [məˈʃi:n] ΟΥΣ

1. machine μτφ:

Maschine θηλ <-, -n>
Apparat αρσ <-(e)s, -e>
Anrufbeantworter αρσ <-s, ->
Waschmaschine θηλ <-, -n>
Automat αρσ <-en, -en>
Maschine θηλ <-, -n> μτφ

2. machine επιβεβαιωτ οικ (automobile, motorcycle, plane):

Maschine θηλ <-, -n> οικ

3. machine (powerful group):

Apparat αρσ <-(e)s, -e> μτφ
Maschinerie θηλ <-, -n> kein pl

II. ma·chine [məˈʃi:n] ΡΉΜΑ μεταβ

mil·ling ma·chine [ˈmɪlɪŋ-] ΟΥΣ

Fräse θηλ <-, -n>
Fräsmaschine θηλ <-, -n>

ˈteach·ing ma·chine ΟΥΣ Η/Υ, ΤΕΧΝΟΛ

ma·chine-ˈread·able ΕΠΊΘ αμετάβλ

I. ma·ˈchine gun ΟΥΣ

Maschinengewehr ουδ <-(e)s, -e>
MG ουδ <-(s), -(s)> οικ

II. ma·ˈchine gun ΟΥΣ modifier

machine gun (ammunition, fire, handle):

ma·ˈchine lan·guage ΟΥΣ Η/Υ

Maschinensprache θηλ <-, -n>

ˈbank ma·chine ΟΥΣ

Geldautomat αρσ <-en, -en>
Bankomat αρσ <-en, -en> CH
Καταχώριση OpenDict

machine ΡΉΜΑ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
machining operation

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

machine-readability ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

money machine ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

accepting machine ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

change machine ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

cash-operated machine industry ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

automated teller machine ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

banknote processing machine ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

banknote-accepting machine ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

machine and instrument producing industry ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

gritting machine βρετ ΟΔ ΑΣΦ

ticket cancelling machine ΔΗΜ ΣΥΓΚ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
gritting machine βρετ

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

Ορολογία μηχατρονικής της Klett

ˈgrind·ing ma·chine ΟΥΣ

ˈtyre fit·ting ma·chine ιδιαίτ βρετ, ˈtire fit·ting ma·chine ΟΥΣ αμερικ mechatr

ma·chine ˈvi·sion sys·tem ΟΥΣ mechatr

Present
Imachine
youmachine
he/she/itmachines
wemachine
youmachine
theymachine
Past
Imachined
youmachined
he/she/itmachined
wemachined
youmachined
theymachined
Present Perfect
Ihavemachined
youhavemachined
he/she/ithasmachined
wehavemachined
youhavemachined
theyhavemachined
Past Perfect
Ihadmachined
youhadmachined
he/she/ithadmachined
wehadmachined
youhadmachined
theyhadmachined

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Traces of lubricants, residues from machining, can be present on the surfaces.
en.wikipedia.org
The company is a developer and stockist of graphite material for use in nuclear power, particularly electrical discharge machining electrode, high temperature, and mechanical applications.
en.wikipedia.org
All of these operational activities are supported by the companys own backshops such as sheet metal working, machining, surface treatment workshops and painting.
en.wikipedia.org
The highlight of the meeting was the live 5-axis machining of a titanium impeller.
en.wikipedia.org
Removal of a worn tire is by machining out the retaining ring and heating the tire to relax the interference fit.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "machining" σε άλλες γλώσσες