Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

sétaient
lèche-vitrines

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

window shopping ΟΥΣ

faire du lèche-vitrines αρσ αμετάβλ

shop window ΟΥΣ

vitrine θηλ also μτφ
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
aglow shop window
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

shopping [βρετ ˈʃɒpɪŋ, αμερικ ˈʃɑpɪŋ] ΟΥΣ U

1. shopping (activity):

courses θηλ πλ

2. shopping (purchases):

courses θηλ πλ

I. shop [βρετ ʃɒp, αμερικ ʃɑp] ΟΥΣ

1. shop:

magasin αρσ
boutique θηλ
to set up shop κυριολ, μτφ
to shut up shop οικ κυριολ, μτφ

2. shop αμερικ (in department store):

rayon αρσ

3. shop (workshop):

atelier αρσ

4. shop αμερικ ΣΧΟΛ:

atelier αρσ

5. shop βρετ (shopping) οικ:

faire le plein οικ

II. shop <μετ ενεστ etc shopping, shopped> [βρετ ʃɒp, αμερικ ʃɑp] ΡΉΜΑ μεταβ βρετ (inform on)

shop οικ
donner οικ
shop οικ

III. shop <μετ ενεστ shopping; απλ παρελθ, μετ παρακειμ shopped> [βρετ ʃɒp, αμερικ ʃɑp] ΡΉΜΑ αμετάβ

IV. shop [βρετ ʃɒp, αμερικ ʃɑp]

all over the shop οικ βρετ μτφ

window [βρετ ˈwɪndəʊ, αμερικ ˈwɪndoʊ] ΟΥΣ

1. window (to look through):

fenêtre θηλ
vitrine θηλ
devanture θηλ
vitre θηλ
fenêtre θηλ
vitre θηλ
glace θηλ
fenêtre θηλ
hublot αρσ
vitrail αρσ
I'd like a seat by a window ΑΕΡΟ

2. window (for service at bank or post office):

guichet αρσ

3. window (of envelope):

fenêtre θηλ

4. window Η/Υ:

fenêtre θηλ

5. window (space in diary, time):

créneau αρσ
to go or fly out the window οικ plans:
to go or fly out the window hopes:
the eyes are the windows of the soul παροιμ

στο λεξικό PONS

window-shopping ΟΥΣ no πλ

shop window ΟΥΣ (display)

vitrine θηλ
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
window of shop
vitrine θηλ
in the window in shop
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

window [ˈwɪndəʊ, αμερικ -doʊ] ΟΥΣ

1. window (glass):

fenêtre θηλ
window of shop
vitrine θηλ
window of vehicle
vitre θηλ
in the window in shop

2. window (stained glass):

vitrail αρσ

3. window Η/Υ:

fenêtre θηλ

4. window (time period):

créneau αρσ

ιδιωτισμοί:

to go out (of) the window οικ

shopping ΟΥΣ no πλ

1. shopping (purchasing):

magasinage αρσ καναδ γαλλ
shopping Christmas
achats mpl
magasiner καναδ γαλλ

2. shopping (items purchased):

achats mpl

I. shop [ʃɒp, αμερικ ʃɑ:p] ΟΥΣ

1. shop (boutique, emporium):

magasin αρσ

2. shop βρετ, αυστραλ (process of buying goods):

3. shop (manufacturing area):

atelier αρσ

ιδιωτισμοί:

II. shop <-pp-> [ʃɒp, αμερικ ʃɑ:p] ΡΉΜΑ αμετάβ

to shop for sth
στο λεξικό PONS

window shopping ΟΥΣ

shop window ΟΥΣ

vitrine θηλ
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
in the window in shop
window of shop
vitrine θηλ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

window [ˈwɪn·doʊ] ΟΥΣ

1. window (glass):

fenêtre θηλ
window of shop
vitrine θηλ
window of vehicle
vitre θηλ
in the window in shop

2. window (stained glass):

vitrail αρσ

3. window comput:

fenêtre θηλ

4. window (time period):

créneau αρσ

ιδιωτισμοί:

to go out (of) the window οικ

shopping ΟΥΣ

1. shopping (purchasing):

magasinage αρσ καναδ γαλλ
shopping Christmas
achats mpl
magasiner καναδ γαλλ

2. shopping (items purchased):

achats mpl

I. shop [ʃap] ΟΥΣ

1. shop (store, boutique):

magasin αρσ

2. shop (manufacturing area):

atelier αρσ

ιδιωτισμοί:

II. shop <-pp-> [ʃap] ΡΉΜΑ αμετάβ

to shop for sth
Present
Ishop
youshop
he/she/itshops
weshop
youshop
theyshop
Past
Ishopped
youshopped
he/she/itshopped
weshopped
youshopped
theyshopped
Present Perfect
Ihaveshopped
youhaveshopped
he/she/ithasshopped
wehaveshopped
youhaveshopped
theyhaveshopped
Past Perfect
Ihadshopped
youhadshopped
he/she/ithadshopped
wehadshopped
youhadshopped
theyhadshopped

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

But the rise of the internet has drawn millions to window-shopping online.
www.telegraph.co.uk
Doing so would only add a layer of bureaucracy, though several used the window-shopping function on the exchanges to scope out the market.
www.theatlantic.com
If clients were window-shopping for a meal before, they're quickly being ushered to the cash register.
business.financialpost.com
This is a city that loves to shop, whether it's bargain-hunting at small local markets, or window-shopping for luxury brands at huge airconditioned malls.
www.stuff.co.nz
The storefront will be a window-shopping experience where we will touch and see the products.
www.computerworld.co.nz

Αναζήτηση "window shopping" σε άλλες γλώσσες