Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

pan-
Toilets
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Toi·let·te <-, -n> [to̯aˈlɛtə] ΟΥΣ θηλ

loo βρετ οικ
restroom αμερικ
men's room αμερικ
ladies' room αμερικ
wo sind die Toiletten?
I need to go to the toilet [or οικ loo]
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Toiletten-
Toilette θηλ <-, -n>
wo sind die Toiletten?
[public] toilets esp βρετ, αυστραλ
öffentliche Toiletten
to go to the toilet esp βρετ
Toilette θηλ <-, -n> τυπικ
toilet (brush, stall, window)
Toiletten-
toilet (articles)
Toiletten-
Toilette θηλ <-, -n>
Toilette θηλ <-, -n>
Toilette θηλ <-, -n>

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Auf jeder Etage befinden sich fünf Toiletten, die Lüftung mit Sandfiltertechnik kann bei Stromausfall per Handkurbel bedient werden.
de.wikipedia.org
Heute ist der weltweit führende Anbieter solcher Toiletten TOI TOI & DIXI.
de.wikipedia.org
Bei einer Konzentration von lediglich zwei Prozent wird es allgemein für die Desinfektion von Räumen, Möbeln, Kleidung, Spielzeug und Toiletten sowie in der Veterinärmedizin eingesetzt.
de.wikipedia.org
Beispielsweise wurden Küche und Gastraum vergrössert, Waschgelegenheiten und Toiletten ins Gebäude integriert und eine Kläranlage gebaut.
de.wikipedia.org
Schließfächer, Toiletten, Bankautomaten, Fahrkartenautomaten etc. sind auf dieser Ebene ebenfalls untergebracht.
de.wikipedia.org