Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Jungens
Boys

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Jun·ge <-n, -n> [ˈjʊŋə] ΟΥΣ αρσ

1. Junge (männliches Kind):

2. Junge (Laufbursche):

3. Junge οικ:

Jungs [o. Jungens] πλ παρωχ οικ (Leute)
lads πλ βρετ
Jungs [o. Jungens] πλ παρωχ οικ (Leute)
chaps πλ βρετ
Jungs [o. Jungens] πλ παρωχ οικ (Leute)
guys πλ

ιδιωτισμοί:

Junge, Junge! οικ
boy oh boy! οικ
alter Junge οικ
alter Junge οικ
βρετ a. [old] mate
mein Junge! οικ

Jun·ge(s) <-n, -n> [ˈjʊŋə(s)] ΟΥΣ ουδ κλιν τύπος wie επίθ

1. Junge(s) ΖΩΟΛ (Jungtier):

2. Junge(s) ΟΡΝΙΘ (Jungvogel):

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Junge ουδ <-n, -n>
Junge αρσ <-n, -n>
ein kleiner Junge [o. A, CH Bub]
Junge(s) ουδ <-n, -n>
to fawn ΖΩΟΛ
Junge αρσ <-n, -n> μειωτ οικ
Junge(s) ουδ <-n, -n>

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
junge Aktie θηλ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Dieser jedoch lässt sich nicht irritieren und will sein Recht nicht verwirken, „seinen“ Jungens in die Augen zu sehen, wenn sie einmal erwachsene, freie Männer sind.
de.wikipedia.org
Es verwundert daher nicht, dass er sich schon als Jugendlicher ebenfalls dem Gewichtheben zuwandte, nachdem er vorher wie die meisten Jungens schwamm, turnte und Rad fuhr.
de.wikipedia.org
Die Daheimgebliebene spricht ihre beiden Ausreißer mit „Liebe Jungens“, „lieber Cook und Peary“, „Nordpolforscher“, „Renntiere“, „Skiläufer“, „Eiskühler“, „Ihr beiden kühlen Skagerak&shy;tencharaktere“, „Nordländer“ und „Ihr beiden Freunde“ an.
de.wikipedia.org
Dies lehnt sie aber geschickt ab und bittet um sicherheitstechnische Unterstützung bei der Befragung des Jungens in der Dorfkirche.
de.wikipedia.org
Die Entstehung eines möglichen Neid- oder Eifersuchts-Gefühls eines kleinen Jungens auf den neugeborenen Bruder läuft anders ab, als die Schreckreaktion beim Autofahren, wenn direkt vor dem Auto ein Hindernis auftaucht.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "Jungens" σε άλλες γλώσσες