Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Einrede
Mannen
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

lad [læd] ΟΥΣ

1. lad βρετ, σκοτσ (boy):

Junge αρσ <-n, -n>
CH a. Bub αρσ
CH a. Knabe αρσ
ein Hiesiger αρσ οικ
ein junger Bursche A απαρχ

2. lad βρετ, σκοτσ (a man's male friends):

the lads
die Kumpels pl [o. CH Kollegen]

3. lad βρετ, σκοτσ οικ:

4. lad βρετ (stable worker):

[Stall]bursche αρσ
Knecht αρσ <-(e)s, -e> CH

ˈsta·ble lad ΟΥΣ βρετ

Stallbursche αρσ <-n, -n> παρωχ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
βρετ a. lads οικ
smart lad masc [or fem lass] βρετ
lad οικ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Commercially, you've got to hand it to the lads on a market sewn up.
en.wikipedia.org
I am still so thrilled for the lads.
en.wikipedia.org
Was he living it large with the lads, or at home with you, snuggled up in couple heaven?
www.freemalaysiatoday.com
Some of the other lads in the group are the total opposite - they just want to party and chat up girls.
entertainment.ie
Four lads, one was playing a packing case.
news.bbc.co.uk

Αναζήτηση "lads" σε άλλες γλώσσες