στο λεξικό PONS
I. per·en·nial [pəˈreniəl] ΟΥΣ
II. per·en·nial [pəˈreniəl] ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ
1. perennial (not annual):
-
- mehrjährig ειδικ ορολ
I. stream [stri:m] ΟΥΣ
1. stream (small river):
2. stream (flow):
3. stream (continuous series):
4. stream also μτφ (current):
5. stream + ενικ/pl ρήμα βρετ, αυστραλ ΣΧΟΛ (group):
6. stream ΠΟΛΙΤ, ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ (civil service career):
II. stream [stri:m] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. stream (flow):
4. stream (shine):
III. stream [stri:m] ΡΉΜΑ μεταβ βρετ, αυστραλ ΣΧΟΛ
stream ΟΥΣ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
perennial stream [prˈeniəlˌstriːm], perennial river ΟΥΣ
| I | stream |
|---|---|
| you | stream |
| he/she/it | streams |
| we | stream |
| you | stream |
| they | stream |
| I | streamed |
|---|---|
| you | streamed |
| he/she/it | streamed |
| we | streamed |
| you | streamed |
| they | streamed |
| I | have | streamed |
|---|---|---|
| you | have | streamed |
| he/she/it | has | streamed |
| we | have | streamed |
| you | have | streamed |
| they | have | streamed |
| I | had | streamed |
|---|---|---|
| you | had | streamed |
| he/she/it | had | streamed |
| we | had | streamed |
| you | had | streamed |
| they | had | streamed |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.