Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

durticaire
geliehen

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

hired [haɪəd, αμερικ haɪrd] ΕΠΊΘ αμετάβλ

1. hired esp βρετ:

hired (lent)
hired (rented)
hired bicycle
Leihfahrrad ουδ <-[e]s, -räder>

2. hired esp αμερικ (employed):

hired assassin
Auftragskiller(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
hired hand
Lohnarbeiter(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
hired help
Haushaltshilfe θηλ <-, -n>
hired man

hired ˈgun ΟΥΣ

hired gun
Profikiller(in) αρσ (θηλ)

I. hire [haɪəʳ, αμερικ haɪr] ΟΥΣ no pl esp βρετ

Mieten ουδ
car hire[or hire car] business βρετ
Autoverleih αρσ <-(e)s, -e>
car hire[or hire car] business βρετ
Autovermietung θηλ <-, -en>

II. hire [haɪəʳ, αμερικ haɪr] ΡΉΜΑ μεταβ

1. hire esp βρετ (rent):

to hire sth
etw mieten

2. hire esp αμερικ (employ):

to hire sb
to hire an attorney αμερικ

ˈplant hire ΟΥΣ βρετ, αυστραλ

hire out ΡΉΜΑ μεταβ esp βρετ

to hire out sth
to hire out sth bicycle, clothes

I. ˈcar hire esp βρετ ΟΥΣ

Autovermietung θηλ <-, -en> kein pl

II. ˈcar hire esp βρετ ΟΥΣ modifier

Leihwagenfirma θηλ <-, -firmen>
Autoverleih αρσ <-(e)s, -e>

ˈhire car ΟΥΣ βρετ

Mietwagen αρσ <-s, ->
Leihwagen αρσ <-s, ->
Καταχώριση OpenDict

hire ΡΉΜΑ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
hired bicycle
hired article

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

hire purchase agreement ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

contract hire bus βρετ ΔΗΜ ΣΥΓΚ

private hire bus βρετ ΔΗΜ ΣΥΓΚ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
contract hire bus βρετ
private hire bus βρετ
Present
Ihire
youhire
he/she/ithires
wehire
youhire
theyhire
Past
Ihired
youhired
he/she/ithired
wehired
youhired
theyhired
Present Perfect
Ihavehired
youhavehired
he/she/ithashired
wehavehired
youhavehired
theyhavehired
Past Perfect
Ihadhired
youhadhired
he/she/ithadhired
wehadhired
youhadhired
theyhadhired

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

to have [αμερικ hired] help come in
hired bicycle
Leihfahrrad ουδ <-[e]s, -räder>
hired assassin
Auftragskiller(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
hired hand
Lohnarbeiter(in) αρσ (θηλ) <-s, ->

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Originally, she was hired for only one episode, and her character was supposed to die at the end of the hour.
en.wikipedia.org
Music remained important in noble houses, with accounts listing professional musicians hired to entertain the family and guests.
en.wikipedia.org
These early founders and partners shared in the profits of the private group practice, while other staff hired by the partners were salaried.
en.wikipedia.org
According to the plaintiffs, the companies hired, contracted with or otherwise directed paramilitary security forces.
en.wikipedia.org
Subcontractors are hired the same way a general contractor would be, which is through the bidding process.
en.wikipedia.org