Γαλλικά » Γερμανικά

I . entendu(e) [ɑ͂tɑ͂dy] ΡΉΜΑ

entendu part passé d' entendre

II . entendu(e) [ɑ͂tɑ͂dy] ΕΠΊΘ

2. entendu (complice):

Βλέπε και: entendre

II . entendre [ɑ͂tɑ͂dʀ] ΡΉΜΑ trans

sous-entendu <sous-entendus> [suzɑ͂tɑ͂dy] ΟΥΣ m

sous-entendu(e) <sous-entendus> [suzɑ͂tɑ͂dy] ΕΠΊΘ

II . entendre [ɑ͂tɑ͂dʀ] ΡΉΜΑ trans

sous-entendre [suzɑ͂tɑ͂dʀ] ΡΉΜΑ trans

2. sous-entendre GRAM (être implicite):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文