Γαλλικά » Γερμανικά

I . mort(e) [mɔʀ, mɔʀt] ΡΉΜΑ

mort part passé de mourir

II . mort(e) [mɔʀ, mɔʀt] ΕΠΊΘ

1. mort:

tot

2. mort fam (épuisé):

3. mort (avec un fort sentiment de):

5. mort (éteint):

tot
mort(e) feu

6. mort (sans animation):

mort(e)

8. mort (hors d'usage):

mort(e) piles

Βλέπε και: mourir

I . mourir [muʀiʀ] ΡΉΜΑ intr +être

2. mourir (venir de mourir):

être mort(e)

II . mourir [muʀiʀ] ΡΉΜΑ αυτο littér

I . mort-né(e) <mort-nés> [mɔʀne] ΕΠΊΘ

II . mort-né(e) <mort-nés> [mɔʀne] ΟΥΣ m(f)

croquemortNO <croquemorts> [kʀɔkmɔʀ], croque-mortOT <croque-morts> ΟΥΣ m fam

mort-aux-rats <pl mort-aux-rats> [mɔʀoʀa] ΟΥΣ f

trompe-la-mort [tʀɔ͂pla mɔʀ] ΟΥΣ m inv

I . mourir [muʀiʀ] ΡΉΜΑ intr +être

2. mourir (venir de mourir):

être mort(e)

II . mourir [muʀiʀ] ΡΉΜΑ αυτο littér

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文