Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

staat
country

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Staat <-[e]s, -en> [ʃta:t] ΟΥΣ αρσ

1. Staat (Land):

Staat

2. Staat (staatliche Institutionen):

Staat
beim Staat arbeiten [o. sein] οικ
ein Staat im Staate

3. Staat (Insektenstaat):

Staat

4. Staat πλ (USA):

the U.S. of A. χιουμ

5. Staat (Ornat):

Staat
in vollem Staat

ιδιωτισμοί:

viel Staat machen

NS-Staat ΟΥΣ αρσ

NS-Staat

EG-Staat [e:ˈge:ʃta:t] ΟΥΣ αρσ ιστ

EG-Staat

EU-Staat <-(e)s, -en> ΟΥΣ αρσ

EU-Staat

Nicht-Un·ter·zeich·ner-Staat <-(e)s, -en> ΟΥΣ αρσ

Ar·bei·ter-und-Bau·ern-Staat <-(e)s, ohne pl> ΟΥΣ αρσ ΙΣΤΟΡΊΑ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
etw vom Staat trennen
Islamischer Staat αρσ
Staat αρσ <-(e)s> kein pl χιουμ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

nicht zum Staat gehörender Sektor phrase ΚΡΆΤΟς

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

Staat

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

Staat

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Im Staatsrecht existiert keine allgemein gültige Definition des Begriffs Staat.
de.wikipedia.org
Einen besonderen Schwerpunkt setzte der Gouverneur auf die Verbesserung der Infrastruktur seines Staates.
de.wikipedia.org
Staaten, die ein eigenes Postwesen aufgebaut hatten oder es beabsichtigten, wurden zu einer angemessenen Entschädigung verpflichtet.
de.wikipedia.org
Man verlässt sich hier, wie in den meisten Staaten, auf den Wettbewerb der Versicherer und die Mündigkeit der Verbraucher.
de.wikipedia.org
Als Vizegouverneurin setzte sie sich vor allem für die wirtschaftliche Weiterentwicklung und den Tourismus ihres Staates ein.
de.wikipedia.org