Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lassocie
tarjeta del cajero automático

Oxford Spanish Dictionary

card1 [αμερικ kɑrd, βρετ kɑːd] ΟΥΣ

1.1. card C:

tarjeta θηλ
to ask for one's cards βρετ οικ
to give sb their cards βρετ οικ
echar a alguien
to give sb their cards βρετ οικ
darle la patada a alguien οικ

1.2. card C:

1.3. card C:

ficha θηλ
fichero αρσ

1.4. card C (postcard):

postal θηλ

1.5. card C (for collecting):

cromo αρσ
estampa θηλ Μεξ
lámina θηλ Άνδ
figurita θηλ RíoPl

1.6. card C (program) ΑΘΛ:

programa αρσ

2. card U (thin cardboard):

cartulina θηλ

3.1. card C (playing card):

carta θηλ
naipe αρσ
baraja θηλ Κεντρ Αμερ Κολομβ Μεξ RíoPl Ven
a deck or βρετ pack of cards
a deck or βρετ pack of cards
un mazo esp λατινοαμερ
jugar bien sus (or mis etc.) cartas

3.2. card <cards, pl >:

jugar cartas Κολομβ

4. card C (funny person) οικ, παρωχ:

es un plato λατινοαμερ οικ

5. card C Η/Υ:

sleeve [αμερικ sliv, βρετ sliːv] ΟΥΣ

1. sleeve (of garment):

manga θηλ
mangas θηλ πλ largas/cortas
to have sth up one's sleeve οικ

2. sleeve (of record):

sleeve βρετ
funda θηλ
sleeve βρετ
carátula θηλ

3. sleeve ΤΕΧΝΟΛ:

manguito αρσ

chest [αμερικ tʃɛst, βρετ tʃɛst] ΟΥΣ

1. chest ΑΝΑΤ:

pecho αρσ
dolores αρσ πλ de pecho

2. chest (box):

arcón αρσ

3.1. chest αμερικ (treasury):

tesorería θηλ

3.2. chest αμερικ (funds):

fondos αρσ πλ

I. card2 [αμερικ kɑrd, βρετ kɑːd] ΡΉΜΑ μεταβ (disentangle)

card fibres

II. card2 [αμερικ kɑrd, βρετ kɑːd] ΟΥΣ (for disentangling fibres)

carda θηλ

I. cash [αμερικ kæʃ, βρετ kaʃ] ΟΥΣ U

1. cash (notes and coins):

dinero αρσ (en) efectivo
(in) cash
(in) cash
I have $100 (in) cash
cash only
pay cash (on check) βρετ
saldo αρσ de caja
caja θηλ
saldo αρσ de bancos
bancos αρσ πλ
(saldos αρσ πλ de) caja y bancos
hard or αμερικ cold cash
dinero αρσ constante y sonante οικ
hard or αμερικ cold cash
efectivo αρσ
cash on the barrelhead αμερικ οικ
dinero αρσ contante y sonante οικ
cash on the barrelhead αμερικ οικ
dinero αρσ en mano οικ
pagó a tocateca Ισπ οικ
pagó al chas chas Μεξ οικ
pagó taca taca RíoPl οικ
pagó rancotán Κολομβ οικ
pagó chin chin Χιλ οικ
he paid hard or cold cash on the barrelhead προσδιορ payment

2. cash (money, funds):

cash οικ
dinero αρσ
cash οικ
lana θηλ λατινοαμερ οικ
cash οικ
plata θηλ Ν Αμερ οικ
cash οικ
tela θηλ Ισπ οικ

II. cash [αμερικ kæʃ, βρετ kaʃ] ΡΉΜΑ μεταβ

cash check:

στο λεξικό PONS

cash card ΟΥΣ βρετ

στο λεξικό PONS

I. card1 [kɑ:d, αμερικ kɑ:rd] ΟΥΣ

1. card χωρίς πλ a. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ, Η/Υ:

tarjeta θηλ

2. card (postcard):

postal θηλ

3. card ΠΑΙΧΝΊΔΙΑ:

carta θηλ
naipe αρσ
baraja θηλ

4. card ΑΘΛ (programme):

programa αρσ

5. card (index card):

ficha θηλ

6. card (proof of identity):

carné αρσ

7. card βρετ οικ:

ιδιωτισμοί:

II. card1 [kɑ:d, αμερικ kɑ:rd] ΡΉΜΑ μεταβ αμερικ οικ

card2 [kɑ:d, αμερικ kɑ:rd] ΟΥΣ οικ

cómico(-a) αρσ (θηλ)

I. card3 [kɑ:d, αμερικ kɑ:rd] ΟΥΣ

carda θηλ

II. card3 [kɑ:d, αμερικ kɑ:rd] ΡΉΜΑ μεταβ

I. cash [kæʃ] ΟΥΣ χωρίς πλ

adelanto αρσ

II. cash [kæʃ] ΡΉΜΑ μεταβ

cash cheque
to cash sth in
to cash in (one's chips) οικ (die)
Καταχώριση OpenDict

card ΟΥΣ

to be in the cards (that) αμερικ
στο λεξικό PONS

I. card1 [kard] ΟΥΣ

1. card (birthday, Christmas, etc.):

tarjeta θηλ

2. card ΠΑΙΧΝΊΔΙΑ:

carta θηλ
naipe αρσ
baraja θηλ

3. card (proof of identity):

carnet αρσ

4. card a. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ, comput:

tarjeta θηλ

5. card ΑΘΛ (program):

programa αρσ

6. card (index card):

ficha θηλ

7. card οικ:

cómico(-a) αρσ (θηλ)

ιδιωτισμοί:

II. card1 [kard] ΡΉΜΑ μεταβ οικ

I. card2 [kard] ΟΥΣ

carda θηλ

II. card2 [kard] ΡΉΜΑ μεταβ

I. cash [kæʃ] ΟΥΣ

adelanto αρσ

II. cash [kæʃ] ΡΉΜΑ μεταβ

cash check
to cash sth in
to cash in (one's chips) οικ (die)
Present
Icard
youcard
he/she/itcards
wecard
youcard
theycard
Past
Icarded
youcarded
he/she/itcarded
wecarded
youcarded
theycarded
Present Perfect
Ihavecarded
youhavecarded
he/she/ithascarded
wehavecarded
youhavecarded
theyhavecarded
Past Perfect
Ihadcarded
youhadcarded
he/she/ithadcarded
wehadcarded
youhadcarded
theyhadcarded

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A credit card also differs from a cash card, which can be used like currency by the owner of the card.
en.wikipedia.org
The cash card will just about take care of his rent.
www.rte.ie
Smart cards can be very cheap (around ten cents) and contain proven security mechanisms (as used by financial institutions, like cash cards).
en.wikipedia.org
The firm designs, develops and implements state-of-the-art cash card management systems for libraries, university campuses, government departments, food service environments and other closed institutional settings.
www.digitaljournal.com
He apparently described how police could be alerted as soon as a wanted person used a biometric-enabled cash card or even entered a building via an iris-scan door.
en.wikipedia.org