Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

darbustes
cultivo comercial

Oxford Spanish Dictionary

cash crop ΟΥΣ

Oxford Spanish Dictionary

I. crop [αμερικ krɑp, βρετ krɒp] ΟΥΣ

1.1. crop (quantity of produce):

cosecha θηλ

1.2. crop (type of produce):

cultivo αρσ

1.3. crop (batch):

crop οικ
tanda θηλ οικ

2. crop (haircut):

3.1. crop:

fusta θηλ
fuete αρσ λατινοαμερ excl CSur

3.2. crop (handle of whip):

mango αρσ de una fusta

4. crop (of bird):

buche αρσ

II. crop <μετ ενεστ cropping; παρελθ, μετ παρακειμ cropped> [αμερικ krɑp, βρετ krɒp] ΡΉΜΑ μεταβ

1. crop (cut):

crop hair
crop tail/ears
cropped jacket βρετ

2.1. crop (harvest):

2.2. crop (plant):

III. crop <μετ ενεστ cropping; παρελθ, μετ παρακειμ cropped> [αμερικ krɑp, βρετ krɒp] ΡΉΜΑ αμετάβ ΓΕΩΡΓ

I. cash [αμερικ kæʃ, βρετ kaʃ] ΟΥΣ U

1. cash (notes and coins):

dinero αρσ (en) efectivo
(in) cash
(in) cash
I have $100 (in) cash
cash only
pay cash (on check) βρετ
saldo αρσ de caja
caja θηλ
saldo αρσ de bancos
bancos αρσ πλ
(saldos αρσ πλ de) caja y bancos
hard or αμερικ cold cash
dinero αρσ constante y sonante οικ
hard or αμερικ cold cash
efectivo αρσ
cash on the barrelhead αμερικ οικ
dinero αρσ contante y sonante οικ
cash on the barrelhead αμερικ οικ
dinero αρσ en mano οικ
pagó a tocateca Ισπ οικ
pagó al chas chas Μεξ οικ
pagó taca taca RíoPl οικ
pagó rancotán Κολομβ οικ
pagó chin chin Χιλ οικ
he paid hard or cold cash on the barrelhead προσδιορ payment

2. cash (money, funds):

cash οικ
dinero αρσ
cash οικ
lana θηλ λατινοαμερ οικ
cash οικ
plata θηλ Ν Αμερ οικ
cash οικ
tela θηλ Ισπ οικ

II. cash [αμερικ kæʃ, βρετ kaʃ] ΡΉΜΑ μεταβ

cash check:

στο λεξικό PONS

cash crop ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

I. crop [krɒp, αμερικ krɑ:p] -pp- ΟΥΣ

1. crop ΓΕΩΡΓ:

cultivo αρσ
cosecha θηλ

2. crop (group):

crop of people
montón αρσ
crop of things
sarta θηλ

3. crop (haircut):

4. crop (of bird):

buche αρσ

5. crop (whip):

fusta θηλ

II. crop [krɒp, αμερικ krɑ:p] -pp- ΡΉΜΑ μεταβ

1. crop ΓΕΩΡΓ:

2. crop (cut):

crop tail
crop hair
crop plant

3. crop (graze):

III. crop [krɒp, αμερικ krɑ:p] -pp- ΡΉΜΑ αμετάβ ΓΕΩΡΓ

crop land

I. cash [kæʃ] ΟΥΣ χωρίς πλ

adelanto αρσ

II. cash [kæʃ] ΡΉΜΑ μεταβ

cash cheque
to cash sth in
to cash in (one's chips) οικ (die)
στο λεξικό PONS

cash crop ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

I. crop [krap] ΟΥΣ

1. crop ΓΕΩΡΓ:

cultivo αρσ
cosecha θηλ

2. crop (group):

crop of people
montón αρσ
crop of things
sarta θηλ

3. crop (haircut):

4. crop (of bird):

buche αρσ

5. crop (whip):

fusta θηλ

II. crop <-pp-> [krap] ΡΉΜΑ μεταβ

1. crop ΓΕΩΡΓ:

2. crop (cut):

crop tail
crop hair
crop plant

3. crop (graze):

III. crop [krap] ΡΉΜΑ αμετάβ ΓΕΩΡΓ

crop land

I. cash [kæʃ] ΟΥΣ

adelanto αρσ

II. cash [kæʃ] ΡΉΜΑ μεταβ

cash check
to cash sth in
to cash in (one's chips) οικ (die)
Present
Icrop
youcrop
he/she/itcrops
wecrop
youcrop
theycrop
Past
Icropped
youcropped
he/she/itcropped
wecropped
youcropped
theycropped
Present Perfect
Ihavecropped
youhavecropped
he/she/ithascropped
wehavecropped
youhavecropped
theyhavecropped
Past Perfect
Ihadcropped
youhadcropped
he/she/ithadcropped
wehadcropped
youhadcropped
theyhadcropped

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Rice is also a wage commodity for workers in the cash crop or non-agricultural sectors.
en.wikipedia.org
Coffee is an important cash crop of this woreda; over 50 square kilometers are planted with this crop.
en.wikipedia.org
The real prize of this cash crop are the beans inside.
en.wikipedia.org
Sugar cane is the chief cash crop of the region.
en.wikipedia.org
Coffee is also an important cash crop; between 2,000 and 5,000 hectares are planted with it.
en.wikipedia.org