Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

wabe
Steinigung

στο λεξικό PONS

Καταχώριση OpenDict

stoning ΟΥΣ

stoning
Steinigung θηλ

I. stone [stəʊn, αμερικ stoʊn] ΟΥΣ

1. stone no pl ΓΕΩΛ:

Stein αρσ <-(e)s, -e>

2. stone ΑΡΧΙΤ:

[Bau]stein αρσ

3. stone (piece of rock):

Stein αρσ <-(e)s, -e>
to drop [or fall][or sink] like a stone

4. stone ΙΑΤΡ:

Stein αρσ <-(e)s, -e>

5. stone (jewel):

[Edel]stein αρσ

6. stone (in fruit):

Stein αρσ <-(e)s, -e>
Kern αρσ <-(e)s, -e>

7. stone < pl -> βρετ (14 lbs):

8. stone no pl (colour):

Steingrau ουδ

ιδιωτισμοί:

ein ehernes Gesetz sein τυπικ
a rolling stone gathers no moss παροιμ

II. stone [stəʊn, αμερικ stoʊn] ΟΥΣ modifier

stone (floor, staircase, tablet, wall):

III. stone [stəʊn, αμερικ stoʊn] ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ

IV. stone [stəʊn, αμερικ stoʊn] ΕΠΊΡΡ αμετάβλ

1. stone (like a stone):

2. stone (completely):

stockbesoffen αργκ

V. stone [stəʊn, αμερικ stoʊn] ΡΉΜΑ μεταβ

1. stone (throw stones at):

to stone sb/sth
to stone sb/sth

2. stone (remove pit):

ιδιωτισμοί:

stone the crows [or me]! βρετ dated οικ
ich glaub, mich laust der Affe! αργκ

ˈstone thera·py ΟΥΣ

ˈstone face ΟΥΣ

ˈstep·ping stone ΟΥΣ

1. stepping stone (stone):

[Tritt]stein αρσ

2. stepping stone μτφ (intermediate stage):

Sprungbrett ουδ <-(e)s, -er>
ein Sprungbrett ουδ für etw αιτ sein

stone ˈcir·cle ΟΥΣ

Steinkreis αρσ

stand·ing ˈstone ΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΛ

Hinkelstein αρσ <-(e)s, -e>
Καταχώριση OpenDict

stone ΟΥΣ

to be set in stone μτφ
Καταχώριση OpenDict

stone fruit ΟΥΣ

Kernobst ουδ
Καταχώριση OpenDict

stone clad ΕΠΊΘ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

stone wall ΟΥΣ

desert pavement, stone pavement

Hammada θηλ
Felswüste θηλ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

stone tool

stone cell

dry stone wall ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

broken stone ΟΔ ΑΣΦ

crushed stone ΟΔ ΑΣΦ

boundary stone

fine stone chippings βρετ, fine stone chips αμερικ ΟΔ ΑΣΦ

kilometre post stone ΥΠΟΔΟΜΉ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
stone chippings βρετ
stone chips αμερικ
Present
Istone
youstone
he/she/itstones
westone
youstone
theystone
Past
Istoned
youstoned
he/she/itstoned
westoned
youstoned
theystoned
Present Perfect
Ihavestoned
youhavestoned
he/she/ithasstoned
wehavestoned
youhavestoned
theyhavestoned
Past Perfect
Ihadstoned
youhadstoned
he/she/ithadstoned
wehadstoned
youhadstoned
theyhadstoned

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "stoning" σε άλλες γλώσσες