Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
I. weigh [βρετ weɪ, αμερικ weɪ] ΡΉΜΑ μεταβ
1. weigh κυριολ object, person, quantity:
2. weigh (consider carefully):
II. weigh [βρετ weɪ, αμερικ weɪ] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. weigh (have influence):
I. scale [βρετ skeɪl, αμερικ skeɪl] ΟΥΣ
1. scale (extent):
2. scale (grading system):
3. scale (for maps, models):
4. scale (on thermometer, gauge etc):
-
- graduation θηλ
6. scale ΜΟΥΣ:
III. scale [βρετ skeɪl, αμερικ skeɪl] ΡΉΜΑ μεταβ
στο λεξικό PONS
II. weigh [weɪ] ΡΉΜΑ μεταβ
I. scale1 [skeɪl] ΟΥΣ
I. scale2 [skeɪl] ΟΥΣ
1. scale (system of gradations) a. ΟΙΚΟΝ:
3. scale no πλ (great size):
II. scale2 [skeɪl] ΡΉΜΑ μεταβ
II. weigh [weɪ] ΡΉΜΑ μεταβ
I. scale1 [skeɪl] ΟΥΣ
I. scale2 [skeɪl] ΟΥΣ
1. scale (system of gradations) a. ΟΙΚΟΝ:
3. scale (great size):
| I | weigh |
|---|---|
| you | weigh |
| he/she/it | weighs |
| we | weigh |
| you | weigh |
| they | weigh |
| I | weighed |
|---|---|
| you | weighed |
| he/she/it | weighed |
| we | weighed |
| you | weighed |
| they | weighed |
| I | have | weighed |
|---|---|---|
| you | have | weighed |
| he/she/it | has | weighed |
| we | have | weighed |
| you | have | weighed |
| they | have | weighed |
| I | had | weighed |
|---|---|---|
| you | had | weighed |
| he/she/it | had | weighed |
| we | had | weighed |
| you | had | weighed |
| they | had | weighed |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)
Αναζήτηση στο λεξικό
- weever
- weevil
- weewee
- weft
- weigh
- weighing scales
- weigh out
- weight
- weight down
- weightiness
- weighting