Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

physiologische
système A.B.S

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
jam, a. jam up lock, door, window, system
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

system [βρετ ˈsɪstəm, αμερικ ˈsɪstəm] ΟΥΣ

1. system ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ (way of organizing):

système αρσ (for doing, to do pour faire)

2. system Η/Υ:

système αρσ (for doing, to do pour faire)

3. system (set of principles):

system ΟΙΚΟΝ, ΝΟΜ, ΓΛΩΣΣ, ΦΙΛΟΣ, ΠΟΛΙΤ
système αρσ

4. system (electrical, mechanical):

système αρσ

5. system ΠΟΛΙΤ (established structures):

le système αρσ

6. system (network):

réseau αρσ

7. system (digestive, nervous, respiratory):

system ΑΝΑΤ, ΙΑΤΡ
système αρσ

8. system ΦΥΣΙΟΛ (human, animal):

organisme αρσ
to get sth out of one's system κυριολ
to get sth out of one's system μτφ, οικ

9. system (of features):

system ΓΕΩΓΡ, ΓΕΩΛ, ΜΕΤΕΩΡ
système αρσ

10. system (for classification, measurement):

system ΧΗΜ, ΜΑΘ
système αρσ

I. lock [βρετ lɒk, αμερικ lɑk] ΟΥΣ

1. lock:

serrure θηλ
verrou αρσ

2. lock (of hair):

mèche θηλ
cheveux αρσ πλ longs/bouclés

3. lock ΝΑΥΣ:

écluse θηλ

4. lock (in wrestling):

clé θηλ

5. lock (in rugby):

6. lock ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡ:

demi-braquage αρσ

7. lock Η/Υ:

8. lock (on firearm):

percuteur αρσ

II. lock [βρετ lɒk, αμερικ lɑk] ΡΉΜΑ μεταβ

1. lock (close securely):

2. lock Η/Υ:

lock file

3. lock μτφ:

to be locked in combat armies:
to lock horns κυριολ animals:
to lock horns μτφ people:

III. lock [βρετ lɒk, αμερικ lɑk] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. lock (close securely):

lock door, drawer:

2. lock (seize up):

lock wheel, steering wheel:

I. anti [βρετ ˈanti, αμερικ ˈæn(t)i, ˈænˌtaɪ] ΠΡΌΘ

to be anti (sth)

II. anti+ ΣΎΝΘ

I. brake [βρετ breɪk, αμερικ breɪk] ΟΥΣ

1. brake:

brake ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡ, ΜΕΤΑΦΟΡΈς
frein αρσ

2. brake (curb):

brake μτφ
frein αρσ

3. brake βρετ ΙΣΤΟΡΊΑ (carriage):

break αρσ

4. brake (thicket):

fourré αρσ

II. brake [βρετ breɪk, αμερικ breɪk] ΡΉΜΑ αμετάβ κυριολ, μτφ

braking [βρετ ˈbreɪkɪŋ, αμερικ ˈbreɪkɪŋ] ΟΥΣ

freinage αρσ

στο λεξικό PONS

anti-lock braking system ΟΥΣ

système αρσ A.B.S
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

lock1 [lɒk, αμερικ lɑ:k] ΟΥΣ

I. lock2 [lɒk, αμερικ lɑ:k] ΟΥΣ

1. lock (fastening device):

serrure θηλ

2. lock (unit of a canal):

écluse θηλ

3. lock (wrestling hold):

clef θηλ

4. lock αυστραλ, βρετ ΑΥΤΟΚ:

antivol αρσ

ιδιωτισμοί:

II. lock2 [lɒk, αμερικ lɑ:k] ΡΉΜΑ μεταβ

1. lock (fasten with a lock):

barrer καναδ γαλλ

2. lock (confine safely):

3. lock (be held fast):

ιδιωτισμοί:

III. lock2 [lɒk, αμερικ lɑ:k] ΡΉΜΑ αμετάβ

I. anti [ˈæntɪ, αμερικ ˈænt̬ɪ] ΠΡΌΘ

II. anti [ˈæntɪ, αμερικ ˈænt̬ɪ] ΕΠΊΘ

I. brake [breɪk] ΟΥΣ

1. brake ΑΥΤΟΚ:

frein αρσ
to slam on the brake(s) οικ

2. brake μτφ:

II. brake [breɪk] ΡΉΜΑ αμετάβ

braking ΟΥΣ

freinage αρσ

system [ˈsɪstəm] ΟΥΣ

system a. μειωτ a. Η/Υ, ΜΑΘ:

système αρσ

ιδιωτισμοί:

στο λεξικό PONS

antilock braking system ΟΥΣ

système αρσ A.B.S
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. lock1 [lak] ΟΥΣ

1. lock (fastening device):

serrure θηλ

2. lock (unit of a canal):

écluse θηλ

3. lock (wrestling hold):

clef θηλ

ιδιωτισμοί:

II. lock1 [lak] ΡΉΜΑ μεταβ

1. lock (fasten with a lock):

barrer καναδ γαλλ

2. lock (confine safely):

3. lock (be held fast):

ιδιωτισμοί:

III. lock1 [lak] ΡΉΜΑ αμετάβ

lock2 [lak] ΟΥΣ

I. anti [ˈæn·t̬ɪ] ΠΡΌΘ

II. anti [ˈæn·t̬ɪ] ΕΠΊΘ

I. brake [breɪk] ΟΥΣ

1. brake ΑΥΤΟΚ:

frein αρσ
to slam on the brake(s) οικ

2. brake μτφ:

II. brake [breɪk] ΡΉΜΑ αμετάβ

braking ΟΥΣ

freinage αρσ

system [ˈsɪs·təm] ΟΥΣ

system a. comput, math:

système αρσ

ιδιωτισμοί:

to get sth out of one's system οικ
Present
Ilock
youlock
he/she/itlocks
welock
youlock
theylock
Past
Ilocked
youlocked
he/she/itlocked
welocked
youlocked
theylocked
Present Perfect
Ihavelocked
youhavelocked
he/she/ithaslocked
wehavelocked
youhavelocked
theyhavelocked
Past Perfect
Ihadlocked
youhadlocked
he/she/ithadlocked
wehadlocked
youhadlocked
theyhadlocked

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Also in the revised edition came the presence of an anti-lock braking system, ventilated rear disc brakes and a few inconspicuous changes to the exterior.
en.wikipedia.org
Anti-lock braking system performs these operations automatically many times per second in rapid succession.
en.wikipedia.org
Standard equipment includes powered steering on the front four wheels, central tyre-pressure inflation system, anti-lock braking system and nuclear, biological and chemical defensive system, but there are numerous other options.
en.wikipedia.org
Safety equipment includes dual front airbags, anti-lock braking system, electronic brakeforce distribution and front pretensioner seat belts.
en.wikipedia.org
The plane was able to fly safely as the system, which works like an anti-lock braking system for vehicles, is not essential to operation.
www.telegraph.co.uk

Αναζήτηση "anti-lock braking system" σε άλλες γλώσσες