Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Variationsbreite
Variationsbreite

στο λεξικό PONS

varia·tion [ˌveəriˈeɪʃən, αμερικ ˌver-] ΟΥΣ

1. variation no pl (variability):

Abweichung θηλ <-, -en>

2. variation (difference):

Unterschied αρσ <-(e)s, -e>
Schwankung[en] θηλ[pl]

3. variation ΛΟΓΟΤ, ΜΟΥΣ:

Variation θηλ <-, -en>

ap·pro·pria·tion [əˌprəʊpriˈeɪʃən, αμερικ -ˌproʊ-] ΟΥΣ

1. appropriation no pl:

Aneignung θηλ <-, -en>
Unterschlagung θηλ <-, -en>

2. appropriation (allotment):

Zuteilung θηλ <-, -en>
appropriation of grant, funds
Bewilligung θηλ <-, -en>

3. appropriation (implementation):

Verwendung θηλ <-, -en>

4. appropriation ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

ˈpeace ne·go·tia·tions ΟΥΣ πλ

ex·pro·pria·tion [ɪkˌsprəʊpriˈeɪʃən, ekˈ-, αμερικ -ˌsproʊ-] ΟΥΣ

1. expropriation (dispossessing):

Enteignung θηλ <-, -en>
Expropriation θηλ <-, -en> ειδικ ορολ

2. expropriation (appropriation):

expropriation of funds
Veruntreuung θηλ <-, -en>

mis·ap·pro·pria·tion [ˌmɪsəˌprəʊpriˈeɪʃən, αμερικ -ˌproʊ-] ΟΥΣ no pl

misappropriation of money:

Unterschlagung θηλ <-, -en>
Veruntreuung θηλ <-, -en>

ex·pat·ria·tion [ɪkˌspætriˈeɪʃən, ekˈ-, αμερικ ekˈspeɪ-, ɪkˈ] ΟΥΣ ΝΟΜ

Ausbürgerung θηλ <-, -en>

re·pat·ria·tion [ri:ˌpætriˈeɪʃən, αμερικ rɪˌpeɪ-] ΟΥΣ no pl

Repatriierung θηλ <-, -en> τυπικ
Rückführung θηλ <-, -en>
repatriation of capital ΧΡΗΜΑΤΟΠ

in·ebria·tion [ɪˌni:briˈeɪʃən] ΟΥΣ no pl τυπικ

Trunkenheit θηλ <-> τυπικ

ˈpay ne·go·tia·tions ΟΥΣ πλ

stria·tion [ˌstraɪˈeɪʃən] ΟΥΣ

1. striation ΓΕΩΛ:

Furche θηλ <-, -n>
Riefung θηλ

2. striation ΙΑΤΡ (lesion):

Schramme θηλ <-, -n>
Läsion θηλ <-, -en> ειδικ ορολ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

yield variation ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

variation margin ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

contract variation ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

budget appropriation ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς

round of tariff negotiations ΟΥΣ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ

Zollrunde θηλ

misappropriation ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

appropriation ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς

appropriation ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

Verwendung θηλ

due to dividend appropriation phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

multilateral trade negotiations ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

climatic variation

precipitation variation

striation, scratch marks [straɪˈeɪʃn] ΟΥΣ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

continuous variation ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

variation

coefficient of variation

variation in traffic volume ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ

variation in temperature

deviations from the greentime traffic flow, public transport

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος