στο λεξικό PONS
varia·tion [ˌveəriˈeɪʃən, αμερικ ˌver-] ΟΥΣ
1. variation no pl (variability):
2. variation (difference):
3. variation ΛΟΓΟΤ, ΜΟΥΣ:
ap·pro·pria·tion [əˌprəʊpriˈeɪʃən, αμερικ -ˌproʊ-] ΟΥΣ
1. appropriation no pl:
2. appropriation (allotment):
- appropriation of grant, funds
-
3. appropriation (implementation):
4. appropriation ΧΡΗΜΑΤΟΠ:
ˈpeace ne·go·tia·tions ΟΥΣ πλ
ex·pro·pria·tion [ɪkˌsprəʊpriˈeɪʃən, ekˈ-, αμερικ -ˌsproʊ-] ΟΥΣ
1. expropriation (dispossessing):
2. expropriation (appropriation):
- expropriation of funds
-
mis·ap·pro·pria·tion [ˌmɪsəˌprəʊpriˈeɪʃən, αμερικ -ˌproʊ-] ΟΥΣ no pl
misappropriation of money:
ex·pat·ria·tion [ɪkˌspætriˈeɪʃən, ekˈ-, αμερικ ekˈspeɪ-, ɪkˈ] ΟΥΣ ΝΟΜ
re·pat·ria·tion [ri:ˌpætriˈeɪʃən, αμερικ rɪˌpeɪ-] ΟΥΣ no pl
in·ebria·tion [ɪˌni:briˈeɪʃən] ΟΥΣ no pl τυπικ
ˈpay ne·go·tia·tions ΟΥΣ πλ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
yield variation ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
variation margin ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
contract variation ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
budget appropriation ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς
round of tariff negotiations ΟΥΣ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ
misappropriation ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
appropriation ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς
appropriation ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
due to dividend appropriation phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ
multilateral trade negotiations ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
climatic variation
precipitation variation
striation, scratch marks [straɪˈeɪʃn] ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
continuous variation ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
variation
coefficient of variation
variation in traffic volume ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ
variation in temperature
deviations from the greentime traffic flow, public transport
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.