Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

newspapers
jahreszeitlich bedingt

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

sea·son·al [ˈsi:zənəl] ΕΠΊΘ

1. seasonal (connected with time of year):

seasonal
seasonal
seasonal adjustment
seasonal job/work
Saisonarbeitsplatz αρσ /-arbeit θηλ
seasonal unemployment

2. seasonal (grown in a season):

seasonal
seasonal fruit/vegetables

sea·son·al ˈwork ΟΥΣ

seasonal work

sea·son·al ˈwork·er ΟΥΣ

seasonal worker
Saisonarbeiter(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>
seasonal worker (migrant worker)
seasonal worker (migrant worker)
Saisonier αρσ <-s, -s> CH

sea·son·al af·fec·tive dis·ˈor·der ΟΥΣ, SAD ΟΥΣ no pl ΨΥΧ

Καταχώριση OpenDict

seasonal sale ΟΥΣ

seasonal sale
Καταχώριση OpenDict

seasonal performance factor, SPF ΟΥΣ

seasonal performance factor, SPF (of heat pump) ΤΕΧΝΟΛ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
seasonal
seasonal
seasonal
seasonal gain
seasonal
to be seasonal [or due to seasonal factors]
seasonal reductions

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

seasonal adjustment ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

seasonal adjustment

seasonal credit ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

seasonal worker ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

seasonal worker
Saisonarbeiter(in) αρσ (θηλ)
seasonal worker
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
seasonal adjustment
seasonal laborer
seasonal laborer αμερικ
seasonal worker βρετ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

seasonal climate ΟΥΣ

seasonal climate

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

seasonal pond ΟΥΣ

seasonal pond
temporärer Teich (trocknet jahreszeitlich bedingt aus)

seasonal rhythm ΟΥΣ

seasonal rhythm

seasonal phase ΟΥΣ

seasonal phase

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

seasonal

seasonal

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Since 2012, the rates have been $6 per person per day or $60 per person for a seasonal pass to visit.
en.wikipedia.org
These seasonal events figured prominently in their culture.
en.wikipedia.org
The temperature varies a great deal, both on a daily and on a seasonal basis.
en.wikipedia.org
In the late 1990s, they opened temporary seasonal stores in several states.
en.wikipedia.org
The business has also expanded into seasonal gifting ranges at key times of the year.
en.wikipedia.org