summat [βρετ ˈsʌmət] ΟΥΣ βρετ οικ, ιδιωμ
summat → something
I. something [βρετ ˈsʌmθɪŋ, αμερικ ˈsəmˌθɪŋ] ΑΝΤΩΝ
1. something (unspecified thing):
2. something (thing of importance, value etc):
3. something (forgotten, unknown name, amount etc):
II. something [βρετ ˈsʌmθɪŋ, αμερικ ˈsəmˌθɪŋ] ΕΠΊΡΡ
1. something (a bit):
III. something of ΕΠΊΡΡ (rather, quite)
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.