Γερμανικά » Γαλλικά

I . fliegen <flog, geflogen> [ˈfliːgən] ΡΉΜΑ intr +sein

5. fliegen sl (hinausgeworfen werden):

6. fliegen sl (durchfallen):

7. fliegen (flattern):

9. fliegen fam (angezogen werden):

II . fliegen <flog, geflogen> [ˈfliːgən] ΡΉΜΑ trans

1. fliegen +haben o sein (steuern):

3. fliegen +haben o sein (zurücklegen):

Fliege <-, -n> [ˈfliːgə] ΟΥΣ f

1. Fliege ZOOL:

mouche f

2. Fliege COUT:

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文