Γαλλικά » Γερμανικά

I . sauter [sote] ΡΉΜΑ intr

8. sauter fam (ne pas avoir lieu) classe, cours:

10. sauter (être oublié):

12. sauter (clignoter) image:

II . sauter [sote] ΡΉΜΑ trans

3. sauter fam (avoir des relations sexuelles):

bumsen sl

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文