Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

briefen
Letters

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Brief <-[e]s, -e> [bri:f] ΟΥΣ αρσ

1. Brief (Poststück):

to send sth [by] letter post [or αμερικ at [the] letter rate]
jdm Brief und Siegel [auf etw αιτ] geben
to give sb one's word [on sth]
blauer [o. Blauer] Brief ΣΧΟΛ

2. Brief (in der Bibel):

3. Brief ΟΙΚΟΝ → Briefkurs

Brief·kurs <-es, -e> ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Kfz-Brief ΟΥΣ αρσ

βρετ a. log-book

Geld-Brief-Schluss·kurs ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Brief ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Geld-Brief-Spanne ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Brief αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Dennoch blieb er zeitlebens seiner Heimat eng verbunden, was aus zahlreichen Passagen in seinen Briefen hervorgeht.
de.wikipedia.org
Aus seinen Briefen geht hervor, dass er oft Schonkost brauchte.
de.wikipedia.org
Beide äußerten sich in den Briefen unter anderem zu literarischen Neuerscheinungen.
de.wikipedia.org
Anhand von Tagebüchern und Briefen der Auswanderer sowie mithilfe von Fotos, Filmaufnahmen, Expertenmeinungen und Spielszenen zeichnet der Regisseur ein facettenreiches Bild von der Auswanderung damals.
de.wikipedia.org
Was mit selbst gebackenem Kuchen und kleinen Briefen beginnt, weitet sich mehr und mehr zum Stalking aus.
de.wikipedia.org