Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Jack
Loans

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Kre·dit1 <-[e]s, -e> [kreˈdi:t, -ˈdɪt] ΟΥΣ αρσ

[für etw αιτ] einen Kredit [bei jdm] aufnehmen
to take out a loan [for sth] [with sb]
lending προσδιορ
borrowing προσδιορ

ιδιωτισμοί:

Kre·dit2 <-s, -s> [kreˈdi:t] ΟΥΣ ουδ

Stand-by-Kre·dit, Stand·by-Kre·dit <-(e)s, -e> ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Bank-an-Bank-Kre·dit <-(e)s, -e> ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Ad-hoc-Kre·dit <-(e)s, -e> ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

Kredit ΟΥΣ αρσ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

ungetilgter Kredit phrase ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Rollover-Kredit ΟΥΣ αρσ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

aufgenommener Kredit phrase ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

vergünstigter Kredit phrase ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

gedeckter Kredit phrase ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

konsolidierter Kredit phrase ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

zinsgünstiger Kredit phrase ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

marktbezogener Kredit phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Swing-Kredit ΟΥΣ αρσ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

1950 kam es zur Bürkle-Affäre, einem Finanzskandal um überhöhte Kredite für Bürkle.
de.wikipedia.org
Andererseits soll das fusionierte, größere Unternehmen Kredite mit niedrigeren Zinsen erhalten, um die zukünftigen Infrastrukturvorhaben finanzieren zu können.
de.wikipedia.org
Im Finanz- und vor allem im Bankwesen dient die Hypothek als Kreditsicherung für Kredite.
de.wikipedia.org
Aus der Tatsache, dass der Ausfuhrzoll von den byzantinischen Händlern zu entrichten war, schließt der Autor, diese hätten die venezianischen Käufe durch Kredite vorfinanziert.
de.wikipedia.org
Da die Vieh- und Holzpreise in den Keller rasselten, hatten die Bauern Probleme ihre Kredite zu tilgen, wodurch es zu Hofversteigerungen kam.
de.wikipedia.org