Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

labbonamento
Records

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ak·te <-, -n> [ˈaktə] ΟΥΣ θηλ

1. Akte (Unterlagen zu einem Vorgang):

zu den Akten kommen
etw zu den Akten legen (etw ablegen)
etw zu den Akten legen (etw als erledigt betrachten)

2. Akte (Personalakte):

Akt1 <-[e]s, -e> [akt] ΟΥΣ αρσ

1. Akt (Darstellung eines nackten Menschen):

2. Akt (Handlung):

3. Akt (Aufzug eines Theaterstücks):

4. Akt (Zirkusnummer):

5. Akt τυπικ (Geschlechtsverkehr):

6. Akt (Zeremonie):

Akt2 <-[e]s, -en> [akt] ΟΥΣ αρσ A (Akte)

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
to file away sth
etw zu den Akten legen
Akte θηλ <-, -n>

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

AKT ΟΥΣ αρσ

AKT συντομογραφία: automatischer Kassentresor E-COMM

automatischer Kassentresor phrase E-COMM

Einheitliche Europäische Akte ΟΥΣ θηλ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Der Ort wurde im 14. Jahrhundert in den Akten des Klosters Grafschaft urkundlich genannt.
de.wikipedia.org
Der Bestand umfasst etwa 18 laufende Meter Akten, die unterschiedliche Rechtsgebiete abdecken (Baurecht, Kommunalrecht, Polizei- und Ordnungsrecht, Schul- und Hochschulrecht, Sozialrecht u.v.m.).
de.wikipedia.org
Die Bakterien lassen die kostbaren Bestände der Nationalbibliotheken und das Papiergeld ebenso zu Zucker zerfallen wie Schulhefte, Akten, Protokolle und Toilettenpapier.
de.wikipedia.org
Für die Akten der Reponie gelten der gleiche Aktenplan und die gleiche Registraturordnung wie für die Akten der laufenden Registratur.
de.wikipedia.org
Man spricht von Massenentsäuerung, wenn Bücher oder Akten in größeren Mengen entsäuert werden.
de.wikipedia.org