Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Unze
Unze

στο λεξικό PONS

Eco·nom·ic and Mon·etary ˈUnit ΟΥΣ

unit [ˈju:nɪt] ΟΥΣ

1. unit (standard of quantity):

Einheit θηλ <-, -en>
Währungseinheit θηλ <-, -en>
Längenmaß ουδ <-es, -e>
unit weight ΦΥΣ

2. unit + ενικ/pl ρήμα (group of people):

Abteilung θηλ <-, -en>
Antiterroreinheit θηλ <-, -en>

3. unit (part):

Teil αρσ <-(e)s, -e>
Einheit θηλ <-, -en>

4. unit (element of furniture):

Element ουδ <-(e)s, -e>

5. unit ΜΗΧΑΝΙΚΉ:

Einheit θηλ <-, -en>
Sichtgerät ουδ <-(e)s, -e>

6. unit:

unit ΕΜΠΌΡ
Einheit θηλ <-, -en>
unit ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

7. unit ΣΤΡΑΤ:

Einheit θηλ <-, -en>
Verband αρσ <-(e)s, -bän·de>

8. unit ΙΑΤΡ:

Abteilung θηλ <-, -en>

9. unit αμερικ, αυστραλ (apartment):

Wohnung θηλ <-, -en>
Wohnanlage θηλ <-, -n>

10. unit ΜΑΘ:

Einer αρσ <-s, ->

11. unit Η/Υ (machine):

12. unit αμερικ αργκ (penis):

Schwanz αρσ <-es, Schwạ̈n·ze> οικ

Vani·tory unit® [ˈvænɪtəriˌ-] ΟΥΣ βρετ

Waschtisch αρσ <-(e)s, -e>

mon·etary ˈunit ΟΥΣ

busi·ness ˈunit ΟΥΣ

Geschäftsbereich αρσ <-(e)s, -e>
Geschäftsfeld ουδ <-(e)s, -er>

ˈvan·ity unit ΟΥΣ βρετ

Toilettentisch αρσ <-(e)s, -e>
Schminktisch αρσ <-es, -e>

unit ˈtrust ΟΥΣ βρετ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Καταχώριση OpenDict

Crime Scene Unit, CSU ΟΥΣ

Crime Scene Unit, CSU αμερικ καναδ
Καταχώριση OpenDict

unit-linked ΕΠΊΘ

unit-linked ΟΙΚΟΝ
Καταχώριση OpenDict

unit vector ΟΥΣ

unit vector ΜΑΘ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

European Currency Unit ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

unit ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

unit quotation ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Stückkurs αρσ

organizational unit ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

unit holder ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

accounting unit ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

support unit ΟΥΣ ΤΜΉΜ

monetary unit ΟΥΣ CTRL

unit price ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

treasury unit ΟΥΣ ΤΜΉΜ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

areal unit

population size

haze ΟΥΣ

catch size, commercial catch ΟΥΣ

regional distribution of farm size ΟΥΣ

farm size ΟΥΣ

shifting dune, wandering dune ΟΥΣ

fund-raising organization

fund-raising [ˈfʌndˌreɪzɪŋ] ΟΥΣ

puna [pjuːnə] ΟΥΣ

Puna (Vegetation der alpinen Stufe in tropischen Hochgebirgen)

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

reproductive unit ΟΥΣ

sub unit ΟΥΣ

sample size

population size ΟΥΣ

grain size ΟΥΣ

rubbish βρετ, garbage αμερικ, refuse, trash, litter, junk ΟΥΣ

particle gun [ˈpɑːtɪklˌ, ɡʌn] ΟΥΣ

intense sun ΟΥΣ

run-off rainwater ΟΥΣ

lung ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

unit

diesel unit public transport, freight transport

basic unit

sampling unit ΔΗΜΟΣΚ

unit costs ΠΡΟΤΥΠΟΠ, ΑΞΙΟΛΌΓ

electric multiple unit public transport, freight transport

visual display unit, VDU ΕΠΙΚΟΙΝ

fleet size ΔΗΜ ΣΥΓΚ

cell size ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ

run ΔΗΜ ΣΥΓΚ

Ορολογία μηχατρονικής της Klett

ˈsteer·ing unit ΟΥΣ ΑΥΤΟΚ

Steuerung θηλ

ˈdrive unit ΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΚΉ

ˈfami·ly-run ΕΠΊΘ

ˈnail gun ΟΥΣ ΤΕΧΝΟΛ

ˈfun park ΟΥΣ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος