στο λεξικό PONS
Eco·nom·ic and Mon·etary ˈUnit ΟΥΣ
unit [ˈju:nɪt] ΟΥΣ
1. unit (standard of quantity):
2. unit + ενικ/pl ρήμα (group of people):
3. unit (part):
4. unit (element of furniture):
-
- Küchenelement ουδ
5. unit ΜΗΧΑΝΙΚΉ:
6. unit:
- unit ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ
- Anlageeinheit θηλ
9. unit αμερικ, αυστραλ (apartment):
Vani·tory unit® [ˈvænɪtəriˌ-] ΟΥΣ βρετ
mon·etary ˈunit ΟΥΣ
-
- Geldeinheit θηλ
busi·ness ˈunit ΟΥΣ
ˈvan·ity unit ΟΥΣ βρετ
unit ˈtrust ΟΥΣ βρετ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Crime Scene Unit, CSU ΟΥΣ
-
- Spurensicherung θηλ
unit-linked ΕΠΊΘ
unit vector ΟΥΣ
-
- Einheitsvektor αρσ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
European Currency Unit ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
unit ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Investmentanteil αρσ
organizational unit ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ
accounting unit ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
support unit ΟΥΣ ΤΜΉΜ
monetary unit ΟΥΣ CTRL
-
- Geldeinheit θηλ
unit price ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
-
- Stückpreis αρσ
treasury unit ΟΥΣ ΤΜΉΜ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
areal unit
population size
regional distribution of farm size ΟΥΣ
farm size ΟΥΣ
shifting dune, wandering dune ΟΥΣ
fund-raising organization
fund-raising [ˈfʌndˌreɪzɪŋ] ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
reproductive unit ΟΥΣ
sub unit ΟΥΣ
sample size
population size ΟΥΣ
intense sun ΟΥΣ
lung ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
unit
diesel unit public transport, freight transport
basic unit
sampling unit ΔΗΜΟΣΚ
unit costs ΠΡΟΤΥΠΟΠ, ΑΞΙΟΛΌΓ
electric multiple unit public transport, freight transport
fleet size ΔΗΜ ΣΥΓΚ
cell size ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ
Ορολογία μηχατρονικής της Klett
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.