στο λεξικό PONS
berg·recht·lich ΕΠΊΘ αμετάβλ ΝΟΜ
bür·ger·lich-recht·lich ΕΠΊΘ αμετάβλ, προσδιορ ΝΟΜ
öf·fent·lich-recht·lich ΕΠΊΘ προσδιορ ΝΟΜ
ver·recht·li·chen* [fɛɐ̯ˈrɛçtliçən] ΡΉΜΑ μεταβ ΠΟΛΙΤ, ΝΟΜ
- etw verrechtlichen
-
I. zi·vil·recht·lich ΕΠΊΘ ΝΟΜ
I. kon·kurs·recht·lich ΕΠΊΘ αμετάβλ ΝΟΜ
- konkursrechtlich Verfahren
- bankruptcy προσδιορ
II. kon·kurs·recht·lich ΕΠΊΡΡ ΝΟΜ
I. völ·ker·recht·lich ΕΠΊΘ
II. völ·ker·recht·lich ΕΠΊΡΡ
I. recht·lich ΕΠΊΘ αμετάβλ
II. recht·lich ΕΠΊΡΡ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
bergrechtliche Gewerkschaft phrase ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
öffentlich-rechtlich ΕΠΊΘ ΚΡΆΤΟς
rechtliche Hürden phrase ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
rechtliche Hürde ΟΥΣ θηλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
widerrechtlicher Kauf phrase ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
bankrechtlich ΕΠΊΘ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
wechselrechtlich ΕΠΊΡΡ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
aufsichtsrechtlich ΕΠΊΘ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
börsenrechtliche Bestimmungen phrase ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
öffentlich-rechtliches Sonderkreditinstitut ΟΥΣ ουδ ΚΡΆΤΟς
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
rechtlich unverbindlich
unübersichtlich ΟΔ ΑΣΦ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)
Αναζήτηση στο λεξικό
- Bergluft
- Bergmann
- Bergmassiv
- Bergnot
- Bergpark
- bergrechtlichen
- Bergrennen
- Bergrücken
- Bergrutsch
- Bergsattel
- Bergschuh