Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

sépanouir
lawful
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

recht··ßig ΕΠΊΘ

1. rechtmäßig (legitim):

rechtmäßig
rechtmäßig
rechtmäßig

2. rechtmäßig (legal):

rechtmäßig
rechtmäßig
nicht rechtmäßig
nicht rechtmäßig
etw rechtmäßig besitzen
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
rechtmäßig
rechtmäßig
rechtmäßig ειδικ ορολ
etw rechtmäßig [o. de jure] anerkennen
rechtmäßig ειδικ ορολ
rechtmäßig konstituierte Behörde
sb's due
etwas, was jemandem rechtmäßig zusteht
rechtmäßig
rechtmäßig
rechtmäßig τυπικ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Er beschwerte sich öffentlich, dass die Anschuldigungen lachhaft waren und dass Frauen Bereiche übernehmen würden, die rechtmäßig Männern zustünden.
de.wikipedia.org
Grundsätzlich ist eine Vorladung zum Verkehrsunterricht nur dann rechtmäßig, wenn der Betroffene nachweisbar einer verkehrspädagogischen Belehrung über sein an den Tag gelegtes Fehlverhalten bedarf.
de.wikipedia.org
Dies ist das Zeichen dafür, dass er der rechtmäßige Träger des Messers sein wird.
de.wikipedia.org
Viele der Gruppen wurden allerdings nicht als rechtmäßige, innerhalb ihrer jeweiligen Universitäten registrierte Studentenvereinigungen verifiziert.
de.wikipedia.org
Sie müssen also rechtmäßig sein und dürfen nicht etwa aus Opportunität dem Recht widersprechen.
de.wikipedia.org