Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dincomplétude
Produktionen

στο λεξικό PONS

I. pro·duc·tion [prəˈdʌkʃən] ΟΥΣ

1. production no pl (process):

Produktion θηλ <-, -en>
Herstellung θηλ <-, ->
production of coal
Förderung θηλ <-, -en>
production of energy
Erzeugung θηλ <-, -en>

2. production no pl (yield):

Produktion θηλ <-, -en>
Produktionsrückgang αρσ <-(e)s, -gänge>
Industrieproduktion θηλ <-, -en>

3. production no pl:

production ΚΙΝΗΜ, TV, ΡΑΔΙΟΦ, ΜΟΥΣ
Produktion θηλ <-, -en>
production ΘΈΑΤ
Inszenierung θηλ <-, -en>

4. production:

Produktion θηλ <-, -en>
Inszenierung θηλ <-, -en>

5. production no pl τυπικ (presentation):

Vorweisen ουδ
Vorlegen ουδ

ιδιωτισμοί:

aus etw δοτ ein Drama machen

II. pro·duc·tion [prəˈdʌkʃən] ΟΥΣ modifier

1. production (of factory):

production (output, worker)
production (output, worker)

2. production ΚΙΝΗΜ:

production (company, quality, studio)

pro·ˈduc·tion line ΟΥΣ

Fließband ουδ <-(e)s, -bän·der>
Fertigungsstraße θηλ <-, -n>

I. post-pro·ˈduc·tion ΟΥΣ ΚΙΝΗΜ, ΡΑΔΙΟΦ, TV

Post Production θηλ ειδικ ορολ (Nachbearbeitung von Film- oder Videomaterial)

II. post-pro·ˈduc·tion ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ

nach den Dreharbeiten nach ουσ

pro·ˈduc·tion costs ΟΥΣ πλ

pro·ˈduc·tion hall ΟΥΣ

ˈoil pro·duc·tion ΟΥΣ no pl

batch pro·ˈduc·tion ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ

Serienfertigung θηλ <-> kein pl

pro·ˈduc·tion pro·cess ΟΥΣ

Produktionsprozess αρσ <-es, -e>

pro·duc·tion ˈman·ag·er ΟΥΣ

Produktionsleiter(in) αρσ (θηλ) <-, -n>
Καταχώριση OpenDict

pair production ΟΥΣ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

production ΟΥΣ ΤΜΉΜ

Produktion θηλ

production factor ΟΥΣ CTRL

production curve ΟΥΣ CTRL

production strategy ΟΥΣ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ

production series ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Baureihe θηλ

production loan ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

production loan ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

production capacity ΟΥΣ CTRL

production schedule ΟΥΣ CTRL

banknote production ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

production ΟΥΣ

paper production ΟΥΣ

production planning ΟΥΣ

production quote ΟΥΣ

industrial production ΟΥΣ

food production ΟΥΣ

livestock production

steel production ΟΥΣ

water production ΟΥΣ

primary production ΟΥΣ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

antibody production ΟΥΣ

insulin production ΟΥΣ

gross primary production (GPP) ΟΥΣ

net primary production (NPP) ΟΥΣ

large batch production ΟΥΣ

large scale production ΟΥΣ

pyramid of net production ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

trip productions ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ

trip productions
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
trip productions

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

For many years she participated in the camp amateur productions, acting in the camp theater and organizing a marionette theater.
en.wikipedia.org
Like most artists of that character, his works were the productions of negligence and haste.
en.wikipedia.org
The theater showed both movies and vaudeville shows, as well as community activities and productions.
en.wikipedia.org
A variety of productions are held throughout the year such as drama, ballet, opera and pantomime.
en.wikipedia.org
The festival gives an overview of the newest international productions in the area of children and youth films.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "productions" σε άλλες γλώσσες