στο λεξικό PONS
I. pro·duc·tion [prəˈdʌkʃən] ΟΥΣ
1. production no pl (process):
2. production no pl (yield):
3. production no pl:
4. production:
- production (finished film, etc.)
-
5. production no pl τυπικ (presentation):
II. pro·duc·tion [prəˈdʌkʃən] ΟΥΣ modifier
1. production (of factory):
2. production ΚΙΝΗΜ:
- production (company, quality, studio)
-
pro·ˈduc·tion line ΟΥΣ
I. post-pro·ˈduc·tion ΟΥΣ ΚΙΝΗΜ, ΡΑΔΙΟΦ, TV
II. post-pro·ˈduc·tion ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ
pro·ˈduc·tion costs ΟΥΣ πλ
pro·ˈduc·tion hall ΟΥΣ
ˈoil pro·duc·tion ΟΥΣ no pl
batch pro·ˈduc·tion ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ
pro·ˈduc·tion pro·cess ΟΥΣ
pro·duc·tion ˈman·ag·er ΟΥΣ
pair production ΟΥΣ
-
- Paarbildung θηλ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
production ΟΥΣ ΤΜΉΜ
-
- Produktion θηλ
production factor ΟΥΣ CTRL
production curve ΟΥΣ CTRL
production strategy ΟΥΣ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ
production series ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
-
- Baureihe θηλ
production loan ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
production loan ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
production capacity ΟΥΣ CTRL
production schedule ΟΥΣ CTRL
banknote production ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
production ΟΥΣ
paper production ΟΥΣ
production planning ΟΥΣ
production quote ΟΥΣ
industrial production ΟΥΣ
food production ΟΥΣ
livestock production
steel production ΟΥΣ
water production ΟΥΣ
primary production ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
antibody production ΟΥΣ
insulin production ΟΥΣ
gross primary production (GPP) ΟΥΣ
net primary production (NPP) ΟΥΣ
large batch production ΟΥΣ
large scale production ΟΥΣ
pyramid of net production ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.