Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Town
Stadt

στο λεξικό PONS

town [taʊn] ΟΥΣ

1. town (small city):

town
Stadt θηλ <-, Städ·te>
home town
Heimatstadt θηλ <-, -städte>
resort town

2. town no άρθ (residential or working location):

town
Stadt θηλ <-, Städ·te>
in/out of town
to be in/out of town

3. town (downtown):

[the] town
to go to [or into]town
to be [or have a night] out on the town

4. town (major city in area):

town
Stadt θηλ <-, Städ·te>
to go up to [or into]town

5. town + ενικ/pl ρήμα (residents of a town):

town
Stadt θηλ <-, Städ·te>

ιδιωτισμοί:

to go to town [on sth]
sich αιτ [bei etw δοτ] ins Zeug legen

ˈtown house ΟΥΣ

1. town house (residence):

town house
Stadthaus ουδ <-es, -häuser>

2. town house esp αμερικ (row house):

town house
Reihenhaus ουδ <-es, -häuser>

ˈmin·ing town ΟΥΣ

mining town

I. ˈcross-town ΕΠΊΘ

II. ˈcross-town ΕΠΊΡΡ

ˈdor·mi·tory town ΟΥΣ

Schlafstadt θηλ <-, -städte>

hick ˈtown ΟΥΣ αμερικ, αυστραλ μειωτ οικ

hick town
[Bauern]kaff ουδ μειωτ οικ
hick town
[Provinz]nest ουδ μειωτ οικ

ˈghost town ΟΥΣ

ghost town
Geisterstadt θηλ <-, -städte>

com·pa·ny ˈtown ΟΥΣ

company town

coun·ty ˈtown ΟΥΣ βρετ

county town

town ˈmeet·ing ΟΥΣ αμερικ

town meeting
Gemeindeversammlung θηλ <-, -en>

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

satellite town [ˌsætlaɪtˈtaʊn], spill over town βρετ ΟΥΣ

mining town ΟΥΣ

mining town

town wall ΟΥΣ

town wall

upper town ΟΥΣ

upper town

Hanseatic town [ˌhænsiˈætɪkˌtaʊn] ΟΥΣ

cathedral town ΟΥΣ

small town ΟΥΣ

small town

fortress town ΟΥΣ

spa town [ˌspɑːˈtaʊn] ΟΥΣ

spa town

large town ΟΥΣ

large town

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

town plan

town plan

area surrounding a town ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ

downtown area, down town area αμερικ ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
town plan

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The town has a temperate maritime climate which is influenced by the Gulf Stream.
en.wikipedia.org
The town probably had a shrine to water nymphs.
en.wikipedia.org
He remained as town clerk until 1645, when the parliamentary forces captured the town.
en.wikipedia.org
A shanty town filled with miners has sprung up, all with the hope to get rich.
en.wikipedia.org
The task force moved into the town, and they blew their way through locked gates with explosives.
en.wikipedia.org