στο λεξικό PONS
in·come [ˈɪŋkʌm, αμερικ esp ˈɪn-] ΟΥΣ
- income
-
- income
-
- income
- Einnahmen pl
- income
- Einkünfte pl
- government income
-
- personal income
- Privateinkommen ουδ
- income from investment of capital
-
- income from trade investments
-
- income from trading activities
- Handelsergebnis ουδ
ˈin·come bond ΟΥΣ
- income bond
-
- income bond
- Gewinnobligation θηλ
ˈin·come man·age·ment ΟΥΣ
- income management
-
ˈin·come tax ΟΥΣ
- income tax
- Einkommensteuer θηλ
- income tax
-
- income tax assessment
-
-
- Ertragsteuersatz αρσ
- income tax regulations
-
in·ˈvest·ment in·come ΟΥΣ no pl
sub·ˈsist·ence in·come ΟΥΣ no pl ΠΟΛΙΤ
- subsistence income
-
gross ˈin·come ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ
1. gross income (profit):
2. gross income (earnings):
- gross income
-
na·tion·al ˈin·come ΟΥΣ no pl
- national income
-
ˈin·come group ΟΥΣ
- income group
-
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
income ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
- income (ertragsorientiertes Anlageziel)
- Income ουδ
income bracket ΟΥΣ ΦΟΡΟΛ
- income bracket
- Einkommensgruppe θηλ
- income bracket
- Einkommensstufe θηλ
income multiplier ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς
- income multiplier
-
labour income ΟΥΣ CTRL
- labour income βρετ
- Arbeitsertrag αρσ
disposable income ΟΥΣ ΦΟΡΟΛ
- disposable income
-
income determination ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
- income determination
-
premium income ΟΥΣ ΑΣΦΆΛ
income level ΟΥΣ ΦΟΡΟΛ
- income level
- Einkommensniveau ουδ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
disposable income ΟΥΣ
- disposable income
-
GNI – gross national income ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
-
- disposable income
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.