Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Attorney
Ships

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Schiff1 <-[e]s, -e> [ʃɪf] ΟΥΣ ουδ

1. Schiff (Wasserfahrzeug):

ab/per Schiff ΕΜΠΌΡ

2. Schiff ΤΥΠΟΓΡ:

3. Schiff ιδιωμ απαρχ (im Kohleherd):

ιδιωτισμοί:

klar Schiff machen οικ (etw säubern)
to clear the decks οικ

Schiff2 <-[e]s, -e> [ʃɪf] ΟΥΣ ουδ

Schiff ΑΡΧΙΤ (Mittelschiff)
Beflaggung ΝΑΥΣ Schiffe
Bergungsarbeiten von Schiff[sladung]
salvage work no πλ, no αόρ άρθ
Frachtraum Schiff
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Schiffe ausmustern
Schiffe pl [eines Landes]
craft ΜΕΤΑΦΟΡΈς (ship)
Schiff ουδ <-(e)s, -e>

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

Frei längsseits Schiff phrase ΕΜΠΌΡ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Tiertransporte über See finden an Bord spezialisierter Schiffe, sogenannter Tiertransporter statt.
de.wikipedia.org
Danach waren sechs Infanteriedivisionen, vier Panzerdivisionen, zwei Panzergrenadierdivisionen, eine taktische Luftwaffe mit 1.400 Flugzeugen und Schiffe bis 1500 t zum Küstenschutz vorgesehen.
de.wikipedia.org
Zur Ausstattung gehören zwei Forschungsschiffe (12-Meter- und 7-Meter-Schiffe) und Schlauchboote sowie Tauchausrüstungen.
de.wikipedia.org
Schon die Schiffe der ersten Nachkriegsserien waren für ihre verhältnismäßig schnittige Linienführung bekannt.
de.wikipedia.org
Damit war es unmöglich gemacht, dass die arrestierten Schiffe kurzfristig wieder in See stechen könnten.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "Schiffe" σε άλλες γλώσσες