Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

TU
Connection

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

An·schluss <-es, Anschlüsse>, An·schlußπαλαιότ ΟΥΣ αρσ

1. Anschluss ΤΗΛ:

the line is engaged [or αμερικ busy]

2. Anschluss ΤΕΧΝΟΛ (das Anschließen):

3. Anschluss:

after sth
with respect to sb/sth

4. Anschluss kein πλ (Kontakt):

5. Anschluss ΠΟΛΙΤ (Annektion):

Anschluss an +αιτ

6. Anschluss (Beitritt):

Anschluss an +αιτ

7. Anschluss kein πλ ΑΘΛ:

8. Anschluss ΣΙΔΗΡ, ΑΕΡΟ (Verbindung):

ιδιωτισμοί:

to be left on the shelf χιουμ

USB-An·schluss <-es, -schlüsse> [u:ʔɛsˈbe:-] ΟΥΣ αρσ Η/Υ

ISDN-An·schluss ΟΥΣ αρσ ΤΗΛ

An·schluss- und Be·nut·zungs·zwang ΟΥΣ αρσ ΝΟΜ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
AUI-Anschluss αρσ
Anschluss αρσ <-(e)s, -schlüs·se> an +δοτ
Anschluss αρσ <-(e)s, -schlüs·se>
installation of telephone, washing machine
Anschluss αρσ <-(e)s, -schlüs·se>

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

Anschluss αρσ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Anschluss ΟΥΣ αρσ

direkter Anschluss (ÖPNV) ΔΗΜ ΣΥΓΚ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

Anschluss ΟΥΣ αρσ

Service-Anschluss

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die Schraubklemmen dienen zum Anschluss von Erdungs- und Schutzleitungen in Innenräumen.
de.wikipedia.org
Im Anschluss an die Paarung verlassen die Männchen stets die werdende Mutter, welche die Aufzucht alleine vollzieht.
de.wikipedia.org
Die Stadtbefestigung mit ihren vier Türmen wurde im Anschluss an die Burg errichtet und entstammt ebenfalls noch dem 13. Jahrhundert.
de.wikipedia.org
Das Wasser muss einerseits den gesamten heizenden Bereich des Rohrheizkörpers bedecken und darf andererseits den elektrischen Anschlüssen im Griff nicht zu nahe kommen.
de.wikipedia.org
Er selbst absolvierte nach dem Schulbesuch ein Studium der Rechtswissenschaften und war im Anschluss als Solicitor tätig.
de.wikipedia.org