Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Presidential
verehrt
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. wor·ship [ˈwɜ:ʃɪp, αμερικ ˈwɜ:r-] ΟΥΣ no pl

1. worship (homage):

Verehrung θηλ <->
Anbetung θηλ <-, -en>

2. worship (religious service):

Gottesdienst αρσ <-(e)s, -e>
Kultstätte θηλ <-, -n>
to attend worship τυπικ
to attend worship τυπικ

3. worship (adoration):

Verehrung θηλ <->
Fitness- und Gesundheitskult αρσ μειωτ
Geldgier θηλ <-> kein pl μειωτ

4. worship esp βρετ τυπικ (title):

Euer Ehren τυπικ

II. wor·ship <βρετ -pp- [or αμερικ usu -p-]> [ˈwɜ:ʃɪp, αμερικ ˈwɜ:r-] ΡΉΜΑ μεταβ

1. worship (revere):

2. worship (adore):

to worship sb/sth
jdn/etw anbeten [o. vergöttern] [o. verehren]

3. worship (be obsessed with):

von etw δοτ besessen sein

ιδιωτισμοί:

III. wor·ship <βρετ -pp- [or αμερικ usu -p-]> [ˈwɜ:ʃɪp, αμερικ ˈwɜ:r-] ΡΉΜΑ αμετάβ

ιδιωτισμοί:

in etw δοτ die Erfüllung suchen

ˈwor·ship ser·vice ΟΥΣ

Gottesdienst αρσ <-(e)s, -e>

ˈhero wor·ship ΟΥΣ no pl

1. hero worship (relating to heros):

Heldenverehrung θηλ +γεν

2. hero worship (relating to idols):

Schwärmerei θηλ <-, -en> für +αιτ

ˈna·ture wor·ship ΟΥΣ no pl

1. nature worship (love of nature):

2. nature worship ΘΡΗΣΚ:

ˈhero-wor·ship ΡΉΜΑ μεταβ

to hero-worship sb brave person
to hero-worship sb idol
to hero-worship sb idol

place of ˈwor·ship <pl places of worship> ΟΥΣ

Gotteshaus ουδ <-es, -häuser>
Tempel αρσ <-s, ->
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
jdn/etw anbeten
to worship sb/sth
Present
Iworship
youworship
he/she/itworships
weworship
youworship
theyworship
Past
Iworshipped / αμερικ worshiped
youworshipped / αμερικ worshiped
he/she/itworshipped / αμερικ worshiped
weworshipped / αμερικ worshiped
youworshipped / αμερικ worshiped
theyworshipped / αμερικ worshiped
Present Perfect
Ihaveworshipped / αμερικ worshiped
youhaveworshipped / αμερικ worshiped
he/she/ithasworshipped / αμερικ worshiped
wehaveworshipped / αμερικ worshiped
youhaveworshipped / αμερικ worshiped
theyhaveworshipped / αμερικ worshiped
Past Perfect
Ihadworshipped / αμερικ worshiped
youhadworshipped / αμερικ worshiped
he/she/ithadworshipped / αμερικ worshiped
wehadworshipped / αμερικ worshiped
youhadworshipped / αμερικ worshiped
theyhadworshipped / αμερικ worshiped

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)