στο λεξικό PONS
mit·ten [ˈmɪtən] ΟΥΣ
chat·tel [ˈtʃætəl, αμερικ ˈtʃæt̬-] ΟΥΣ αμερικ ΝΟΜ
I. smit·ten [ˈsmɪtən] ΕΠΊΘ κατηγορ (in love)
II. smit·ten [ˈsmɪtən] ΡΉΜΑ
smitten μετ παρακειμ: smite
dis·ci·plin·ary com·ˈmit·tee ΟΥΣ
ne·ˈgo·tiat·ing com·mit·tee ΟΥΣ
ap·pro·priˈa·tion com·mit·tee ΟΥΣ ΝΟΜ
re·mit·tent [rɪˈmɪtənt] ΕΠΊΘ
remittent ΙΑΤΡ τυπικ:
committee ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
chattel mortgage ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
supervisory board committee ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
risk management committee ΟΥΣ ΤΜΉΜ
investment committee ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
committee on membership ΟΥΣ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ
committee of the supervisory board ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Development Assistance Committee ΟΥΣ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ
loans committee ΟΥΣ ΤΜΉΜ
audit committee ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
litter ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
leaf litter ΟΥΣ
bitter constituent [ˌbɪtərˈkənstɪtjuənt] ΟΥΣ
little bittern ΟΥΣ
litter decomposing animal ΟΥΣ
dense leaf litter ΟΥΣ
foerna, förna, litter layer ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
written questionnaire ΔΗΜΟΣΚ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.