Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

držáve
Sollwert

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Sollwert αρσ <-(e)s, -e>
Istwert αρσ <-(e)s, -e>
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Istwert αρσ
στο λεξικό PONS

I. ac·tual [ˈæktʃuəl] ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ

1. actual (real):

actual facts
actual facts

2. actual (genuine):

your actual ... βρετ οικ

3. actual σπάνιο (current):

4. actual (precise):

5. actual ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

Istpreis αρσ
Istvergleich αρσ /-kosten pl /-prozentsatz αρσ
actual indebtedness ΧΡΗΜΑΤΟΠ
actual interest yield ΧΡΗΜΑΤΟΠ
actual payment amount ΧΡΗΜΑΤΟΠ
actual reserve ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Reserve-Ist ουδ
actual securities ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Sollwert αρσ <-(e)s, -e>
Istwert αρσ <-(e)s, -e>

II. ac·tual [ˈæktʃuəl] ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Lokoware θηλ <-, -n> ΟΔΓ
Kassaware θηλ <-, -n> ΟΔΓ
actuals pl ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Istbestand αρσ

I. value [ˈvælju:] ΟΥΣ

1. value no pl (significance):

Wert αρσ <-(e)s>
Bedeutung θηλ <-> kein pl
Unterhaltungswert αρσ <-(e)s> kein pl
to place [or put][or set] a high value on sth
auf etw αιτ großen Wert legen

2. value no pl (financial worth):

Wert αρσ <-(e)s, -e>
Marktwert αρσ <-(e)s> kein pl
to be [αμερικ a] good/[αμερικ a] poor value [for sb's money]

3. value (monetary value):

Wert αρσ <-(e)s, -e>
goods to the value of £70,000

4. value (moral ethics):

Wertesystem ουδ <-s, -e>

II. value [ˈvælju:] ΡΉΜΑ μεταβ

1. value (deem significant):

to value sth/sb
etw/jdn schätzen [o. παρωχ wertschätzen]

2. value (estimate financial worth):

to value sth
Καταχώριση OpenDict

value ΟΥΣ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

actual value ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

Ist-Wert αρσ

actual value ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Zeitwert αρσ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

value ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Wert αρσ
Substanz θηλ

value ΡΉΜΑ μεταβ ΛΟΓΙΣΤ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

value ΠΡΟΤΥΠΟΠ, ΑΞΙΟΛΌΓ

Present
Ivalue
youvalue
he/she/itvalues
wevalue
youvalue
theyvalue
Past
Ivalued
youvalued
he/she/itvalued
wevalued
youvalued
theyvalued
Present Perfect
Ihavevalued
youhavevalued
he/she/ithasvalued
wehavevalued
youhavevalued
theyhavevalued
Past Perfect
Ihadvalued
youhadvalued
he/she/ithadvalued
wehadvalued
youhadvalued
theyhadvalued

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The actual value of a likelihood function bears no meaning.
en.wikipedia.org
In actual value terms, this movement accounted for about 5-6% of total sales of quartz watches.
en.wikipedia.org
Thus, they found the length of 1 of meridian to be 111.8 km (115.1 km), which differs from the actual value by 850 metres.
en.wikipedia.org
The actual amount is calculated on the basis of the difference between the purchase price and the actual value of the thing sold.
en.wikipedia.org
While this does not lessen the actual value of a currency, it is called redenomination or revaluation and also happens over time in countries with standard inflation levels.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "actual value" σε άλλες γλώσσες