Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dactualités
lit gigogne

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

trundle bed [αμερικ ˈtrəndl bɛd] ΟΥΣ

lit αρσ gigogne
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

I. trundle [βρετ ˈtrʌnd(ə)l, αμερικ ˈtrəndl] ΡΉΜΑ μεταβ

II. trundle [βρετ ˈtrʌnd(ə)l, αμερικ ˈtrəndl] ΡΉΜΑ αμετάβ

trundle vehicle:

he trundled off οικ to the station χιουμ

BEd [βρετ biːˈɛd, αμερικ biˈɛd] ΟΥΣ

BEd → bachelor of education

I. bed [βρετ bɛd, αμερικ bɛd] ΟΥΣ

1. bed (place to sleep):

lit αρσ
to take to one's bed παρωχ
her bed of pain λογοτεχνικό

2. bed (sex) οικ:

to get into bed with κυριολ person
to get into bed with μτφ company, group, lobby

3. bed:

parterre αρσ
lit αρσ
carré αρσ

4. bed (bottom):

fond αρσ
lit αρσ

5. bed ΓΕΩΛ:

couche θηλ

6. bed ΤΕΧΝΟΛ (of machine tool):

banc αρσ

7. bed ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ, ΤΥΠΟΓΡ:

8. bed ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡ:

châssis αρσ
plateau αρσ

9. bed ΟΙΚΟΔ:

lit αρσ
plate-forme θηλ

II. bed <μετ ενεστ bedding; απλ παρελθ, μετ παρακειμ bedded> [βρετ bɛd, αμερικ bɛd] ΡΉΜΑ μεταβ

1. bed (plant outside):

bed, a. bed out seedlings
bed, a. bed out plants

2. bed (sleep with) παρωχ:

bed person

III. bed [βρετ bɛd, αμερικ bɛd]

to be brought to bed of παρωχ boy, girl
you've made your bed, now you must lie in it παροιμ
comme on fait son lit, on se couche παροιμ

στο λεξικό PONS

trundle bed ΟΥΣ

lit αρσ gigogne
στο λεξικό PONS

I. trundle [ˈtrʌndl] ΡΉΜΑ αμετάβ a. μτφ, μειωτ

II. trundle [ˈtrʌndl] ΡΉΜΑ μεταβ

bed [bed] ΟΥΣ

1. bed (furniture):

lit αρσ

2. bed (related to sexuality):

3. bed ΤΥΠΟΓΡ:

to put sth to bed

4. bed (flower patch):

parterre αρσ

5. bed (bottom):

fond αρσ de la mer
lit αρσ de la rivière

ιδιωτισμοί:

to get out of [or up on αμερικ] the wrong side of the bed

BEd [bi:ˈed] ΟΥΣ

BEd συντομογραφία: Bachelor of Education

στο λεξικό PONS

trundle bed ΟΥΣ

lit αρσ gigogne
στο λεξικό PONS

I. trundle [ˈtrʌn·dl] ΡΉΜΑ αμετάβ a. μτφ, μειωτ

II. trundle [ˈtrʌn·dl] ΡΉΜΑ μεταβ

bed [bed] ΟΥΣ

1. bed (furniture):

lit αρσ

2. bed (related to sexuality):

3. bed ΤΥΠΟΓΡ:

to put sth to bed

4. bed (flower patch):

parterre αρσ

5. bed (bottom):

fond αρσ de la mer
lit αρσ de la rivière

ιδιωτισμοί:

BEd [bi·ˈed] ΟΥΣ

BEd συντομογραφία: Bachelor of Education

Present
Itrundle
youtrundle
he/she/ittrundles
wetrundle
youtrundle
theytrundle
Past
Itrundled
youtrundled
he/she/ittrundled
wetrundled
youtrundled
theytrundled
Present Perfect
Ihavetrundled
youhavetrundled
he/she/ithastrundled
wehavetrundled
youhavetrundled
theyhavetrundled
Past Perfect
Ihadtrundled
youhadtrundled
he/she/ithadtrundled
wehadtrundled
youhadtrundled
theyhadtrundled

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The trundle bed is a single bed with a full single bed below that can be pulled out when needed.
thechronicleherald.ca
Last year there was a thing about trundle beds.
www.telegraph.co.uk
Some loft beds even have stowable/trundle beds while retaining the capability to contain workstations and drawers.
en.wikipedia.org
It featured a built-in trundle bed on antique wooden wheels and track that disappeared like shelving under the bookshelf.
www.theglobeandmail.com