Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Gospoda
arête chanfreinée

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

bevel edge ΟΥΣ

biseau αρσ
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

I. bevel [βρετ ˈbɛv(ə)l, αμερικ ˈbɛvəl] ΟΥΣ

1. bevel:

biseau αρσ

2. bevel (tool):

sauterelle θηλ

II. bevel [βρετ ˈbɛv(ə)l, αμερικ ˈbɛvəl] ΡΉΜΑ μεταβ

bevel mirror, edge:

I. edge [βρετ ɛdʒ, αμερικ ɛdʒ] ΟΥΣ

1. edge (outer limit):

bord αρσ
bordure θηλ
lisière θηλ

2. edge (sharp side):

tranchant αρσ
to put an edge on blade

3. edge (side):

tranche θηλ

4. edge (sharpness):

to give an edge to appetite
to take the edge off pleasure
to take the edge off anger, appetite
to lose one's edge writing, style:
to lose one's edge person:

5. edge (advantage):

to have the edge over or on competitor, rival

6. edge (touchy):

to be on edge person:

7. edge (extremity) μτφ:

II. edge [βρετ ɛdʒ, αμερικ ɛdʒ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. edge (move slowly):

to edge one's way along cliff, parapet

2. edge (trim):

edge collar, handkerchief

3. edge (in gardening):

edge lawn

III. edge [βρετ ɛdʒ, αμερικ ɛdʒ] ΡΉΜΑ αμετάβ (advance)

to edge closer to victory, independence
to edge towards door, victory

στο λεξικό PONS

I. bevel <-ll- βρετ [or -l- αμερικ]> [ˈbevl] ΡΉΜΑ μεταβ

II. bevel [ˈbevl] ΟΥΣ

biseau αρσ

I. edge [edʒ] ΟΥΣ

1. edge (limit):

edge a. μτφ
bord αρσ
edge of road
bordure θηλ
edge of woods
lisière θηλ
edge of table
rebord αρσ

2. edge (cutting part of blade):

tranchant αρσ
to take the edge off sth μτφ

3. edge no πλ (sharpness):

acuité θηλ

ιδιωτισμοί:

avoir un léger avantage αρσ sur qn/qc

II. edge <-ging> [edʒ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. edge (border):

2. edge (move):

III. edge <-ging> [edʒ] ΡΉΜΑ αμετάβ

στο λεξικό PONS

I. bevel [ˈbev· ə l] ΡΉΜΑ μεταβ

II. bevel [ˈbev· ə l] ΟΥΣ

biseau αρσ

I. edge [edʒ] ΟΥΣ

1. edge (limit):

edge a. μτφ
bord αρσ
edge of road
bordure θηλ
edge of woods
lisière θηλ
edge of table
rebord αρσ

2. edge (cutting part of blade):

tranchant αρσ
to take the edge off sth μτφ

3. edge (sharpness):

acuité θηλ

ιδιωτισμοί:

II. edge <-ging> [edʒ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. edge (border):

2. edge (move):

III. edge <-ging> [edʒ] ΡΉΜΑ αμετάβ

Present
Ibevel
youbevel
he/she/itbevels
webevel
youbevel
theybevel
Past
Ibevelled / αμερικ beveled
youbevelled / αμερικ beveled
he/she/itbevelled / αμερικ beveled
webevelled / αμερικ beveled
youbevelled / αμερικ beveled
theybevelled / αμερικ beveled
Present Perfect
Ihavebevelled / αμερικ beveled
youhavebevelled / αμερικ beveled
he/she/ithasbevelled / αμερικ beveled
wehavebevelled / αμερικ beveled
youhavebevelled / αμερικ beveled
theyhavebevelled / αμερικ beveled
Past Perfect
Ihadbevelled / αμερικ beveled
youhadbevelled / αμερικ beveled
he/she/ithadbevelled / αμερικ beveled
wehadbevelled / αμερικ beveled
youhadbevelled / αμερικ beveled
theyhadbevelled / αμερικ beveled

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Αναζήτηση "bevel edge" σε άλλες γλώσσες