Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

laccusa
the accusation

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

accusa [akˈkuza] ΟΥΣ θηλ

1. accusa:

2. accusa ΝΟΜ (imputazione):

essere arrestato con l'accusa di qc
indictment contro: of
also μτφ mettere in stato d'accusa
a witness for the Crown βρετ
a witness for the State αμερικ

3. accusa ΝΟΜ (pubblico ministero):

prosecuting lawyer or attorney αμερικ

4. accusa ΘΡΗΣΚ (confessione):

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
atto αρσ d'accusa
accusa θηλ (against contro; for per)
bill of indictment βρετ ΙΣΤΟΡΊΑ
accusa θηλ
falsa accusa θηλ

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

accusa [ak·ˈku:·za] ΟΥΣ θηλ

1. accusa (attribuzione di colpa):

2. accusa ΝΟΜ:

3. accusa ΝΟΜ:

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
l'accusa
accusa θηλ
accusa θηλ
atto αρσ d'accusa
accusa θηλ
avvocato(-a) dell'accusa αρσ (θηλ)
accusa θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Il film ha creato scandalo e ricevuto successivamente l'accusa di vilipendio alla religione per essere stato girato in un luogo consacrato.
it.wikipedia.org
Nel giugno del 2014 viene arrestata con l'accusa di violenza domestica ai danni della sorella e del nipote diciassettenne.
it.wikipedia.org
Esponenti di questi partiti venivano imprigionati, torturati e in non pochi casi soppressi con l'accusa che si trattasse di guerriglieri o loro fiancheggiatori.
it.wikipedia.org
In sintesi, l'accusa era quella di incitamento alla misantropia.
it.wikipedia.org
Attualmente, l'accusa rivolta a chi usa la geomorfologia davisiana è quella di tentare di gettare discredito su documenti scientifici altrui.
it.wikipedia.org